Δασικές πυρκαγιές, εν όψει καλοκαιριού – αναδρομή στις πυρκαγιές του 2007

Γράφει ο Σπύρος Ντάφης,

Ομότιμος Καθηγητής Δασολογίας Α.Π.Θ.

 

Η Ελλάδα υπέστη την περίοδο του καλοκαιριού του 2007 την μεγαλύτερη οικολογική καταστροφή στην ιστορία της. Ο απολογισμός της καταστροφής είναι πάνω από 3.000.000 στρέμματα καμένης γης, δεκάδες ανθρώπινα θύματα και τεράστια οικονομική ζημιά.

Από τις εμπρηστικές προσπάθειες του ανθρώπου για την απόλαυση λίγων τετραγωνικών μέτρων ιδιοκτησίας και παραθεριστικής κατοικίας, εκδηλώθηκαν φέτος στην χώρα μας πάνω από 3.000 φωτιές, με αποτέλεσμα τον θάνατο 78 ανθρώπων, αλλά και τον αφανισμό εκατοντάδων χιλιάδων στρεμμάτων δασικών εκτάσεων.

Το αποκορύφωμα αυτής της περιβαλλοντικής τραγωδίας ήταν οι πυρκαγιές που ξέσπασαν το τελευταίο δεκαήμερό του Αυγούστου στην περιοχή της Πελοποννήσου.

Όμως οι συνέπειες των καταστροφικών πυρκαγιών δεν περιορίζονται στις οικολογικές. Πολλοί συνάνθρωποί μας έχασαν τις περιουσίες τους, καταστράφηκε μεγάλο κεφάλαιο της ελληνικής αγροτικής οικονομίας (ελαιόδενδρα), απειλήθηκε ο πολιτισμός και εν κατακλείδι απωλέσθηκαν ανθρώπινες ψυχές. Ενδεικτικό για το μέγεθος της καταστροφής είναι ότι πάνω από 120 χωριά καταστράφηκαν ολοσχερώς, αφήνοντας πολλούς ανθρώπους στον δρόμο, κάηκαν πάνω από 350.000 στρέμματα καλλιεργήσιμων εκτάσεων, ενώ υπολογίζεται ότι 80.000 ζώα απανθρακώθηκαν.

Προστασία και αποκατάσταση

Ο άνθρωπος εξαρτάται από τα δάση. Αυτά προμηθεύουν ξύλο και είναι σημαντικά για την αναψυχή του. Επιτελούν, όμως, και σημαντικές λειτουργίες. Ενισχύουν την βιοποικιλότητα και το τοπίο, ρυθμίζουν το κλίμα, εμπλουτίζουν τους υπόγειους υδροφορείς με νερό και προστατεύουν το έδαφος. Τα δάση πιθανώς να είναι ο πιο σημαντικός φυσικός πόρος στην Ευρώπη. Συγκρινόμενα με άλλα οικοσυστήματα στην Ευρώπη, φιλοξενούν τον μεγαλύτερο αριθμό θηλαστικών, πουλιών, ερπετών και αμφιβίων.

Πυροπροστασία ίσον πρόληψη

Η πυροπροστασία των δασών -γιατί για πυροπροστασία πρέπει να μιλάμε και όχι για δασοπυρόσβεση- έχει τρία διακριτά επίπεδα η φάσεις.

Το πρώτο επίπεδο, το σημαντικότερο, αποτελεσματικότερο και το λιγότερο δαπανηρό είναι η πρόληψη. Οι πυρκαγιές πρέπει να προλαμβάνονται. Για τον σκοπό αυτόν λαμβάνονται:

Καθαρά δασοκομικά μέτρα, όπως ο κατάλληλος χειρισμός των εύφλεκτων δασών της μεσογειακής ζώνης με κατάλληλες αραιώσεις, κλαδεύσεις και απομάκρυνση του εύφλεκτου υπόροφου κατά μήκος των δρόμων ώστε να καταστούν λιγότερο εύφλεκτα και να εμποδίζεται η μετατροπή των ερπουσών πυρκαγιών σε επικόρυφες. Οι αντιπυρικές λωρίδες το μόνο που επιφέρουν είναι να προσβάλλουν βάναυσα το τοπίο και να προκαλούν την διάβρωσή του εδάφους, χωρίς να αποτρέπουν την διάδοση της πυρκαγιάς.

Αστυνομικά μέτρα, δηλ. μέτρα αστυνόμευσης και επιτήρησης της περιοχής με συνεχείς περιπολίες για την αποτροπή εμπρησμών, αλλά και την έγκαιρη ανίχνευση εστιών πυρκαγιάς και την άμεση κατάσβεσή τους.

Μέτρα ενημέρωσης του κοινού και κυρίως των επισκεπτών για τους κινδύνους εκδήλωσης πυρκαγιών.

Τι γίνεται στο εξωτερικό

Σε όλον τον κόσμο την ευθύνη πρόληψης των πυρκαγιών την έχουν οι δασικές υπηρεσίες. Στις μεσογειακές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η Ιταλία και η Πορτογαλία υπάρχουν ειδικά ένστολα και ένοπλα σώματα, όπως η Guarda Forestale της Ιταλίας και το Corpo Florestal της Πορτογαλίας, τα οποία έχουν την ευθύνη εφαρμογής της δασικής νομοθεσίας και της προστασίας του δάσους.

Στην Ισπανία την ευθύνη αυτή την είχε το Ινστιτούτο Προστασίας της Φύσης (ICONA), το οποίο ανήκε στο Υπουργείο Γεωργίας (Δασική Υπηρεσία) και τώρα μεταφέρθηκε ως Γενική Γραμματεία Προστασίας της Φύσης στο Υπουργείο Περιβάλλοντος. Υπό τη Γενική Γραμματεία Προστασίας της Φύσης υπάγεται ειδική Υπηρεσία πρόληψης και κατάσβεσης δασικών πυρκαγιών (Servicio de prevencion y extincion de incendios forestales), η οποία συνεργάζεται στενά με την Δασική Υπηρεσία. Με το αποκεντρωτικό σύστημα της Ισπανίας η ευθύνη έχει μεταφερθεί στις αυτόνομες περιφέρειες σε συνεργασία πάντοτε με την Υπηρεσία πρόληψης και κατάσβεσης Δασικών Πυρκαγιών και τις περιφερειακές δασικές υπηρεσίες.

Η άμεση πυρανίχνευση

Το δεύτερο επίπεδο αφορά την άμεση πυρανίχνευση, την έγκαιρη αναγγελία της πυρκαγιάς και την άμεση παρέμβαση, το αργότερο σε 15  ἀπό την εκδήλωση της πυρκαγιάς. Για τον σκοπό αυτόν απαιτείται ένα ικανοποιητικό δίκτυο παρατηρητηρίων (πυροφυλακίων), κατάλληλα εξοπλισμένων με όργανα κατόπτευσης, πυρανίχνευσης και επικοινωνίας, επαρκώς στελεχωμένων με εξειδικευμένο προσωπικό και η διάθεση και διασπορά επαρκών σε αριθμό, ευκίνητων πυροσβεστικών μέσων και ομάδων δασοκομάντος που θα είναι σε θέση να βρίσκονται στην εστία της εκδηλωθείσης πυρκαγιάς σε διάστημα μικρότερο των 15’ το αργότερο.

Συντονισμός

Το τρίτο επίπεδο αφορά την δασοπυρόσβεση αυτή καθαυτή. Εάν, παρ’ όλες τις προσπάθειες πρόληψης και άμεσης παρέμβασης, η πυρκαγιά δεν μπορέσει να τεθεί υπό έλεγχο και πάρει διαστάσεις, τότε αρχίζει το πλέον δύσκολο, σύνθετο και πολυδάπανο έργο της δασοπυρόσβεσης, η καλύτερα της αναχαίτισης της πυρκαγιάς.

Το δυσκολότερο μέρος της επιχείρησης είναι ο συντονισμός. Σε όλον τον κόσμο, ανεξάρτητα από το ποιές δυνάμεις μετέχουν στην δασοπυρόσβεση, την ευθύνη συντονισμού την έχει ο τοπικός δασάρχης. Αυτός γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον το ανάγλυφο της περιοχής του, το οδικό δίκτυο, τις θέσεις υδροληψίας, την ευφλεκτότητα των οικοσυστημάτων της περιοχής δικαιοδοσίας του, τις πιθανές κατάλληλες θέσεις αναχαίτισης της πυρκαγιάς, τις θέσεις που επιδέχονται την εφαρμογή του αντίπυρος, το διαθέσιμο προσωπικό σε δασικούς υπαλλήλους, δασοπυροσβέστες και δασεργάτες, τις τυχόν απειλούμενες κτιριακές εγκαταστάσεις και οικισμούς, ενώ γνωρίζει την οικολογία και τις ιδιαιτερότητες των δασικών πυρκαγιών.

Μετά την πυρκαγιά τι κάνουμε;

Οι δασικές πυρκαγιές δεν είναι τωρινό φαινόμενο. Στην μεσογειακή ζώνη πάντοτε ξεσπούσαν πυρκαγιές στα δάση, ξεσπούν και θα ξεσπούν και στο μέλλον. Τα μεσογειακά οικοσυστήματα είναι προσαρμοσμένα στις πυρκαγιές και αναγεννιούνται εύκολα ύστερα από αυτές. Συνεπώς το πρώτο μέλημά μας δεν είναι η «αναδάσωση», η οποία πολλές φορές με τον τρόπο που γίνεται προκαλεί μεγαλύτερη ζημιά απ’ ο,τι η ίδια η πυρκαγιά.

Η διάβρωση

Το μεγάλο πρόβλημα έπειτα από μία δασική πυρκαγιά και που χρειάζεται άμεση αντιμετώπιση είναι ο κίνδυνος διάβρωσης των εδαφών, τα οποία έχουν χάσει το προστατευτικό τους κάλυμμα και οι πλημμύρες που ακολουθούν.

Μετά την πυρκαγιά, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών που αναπτύσσονται, το έδαφος δημιουργεί ένα επιφανειακό υδρόφοβο στρώμα, μια κρούστα, πάχους 5-6mm, το οποίο εμποδίζει το νερό να διηθηθεί μέσα στο έδαφος και το αναγκάζει να ρέει επιφανειακά και να αποκτά μεγάλη ταχύτητα και συνεπώς παρασυρτική δύναμη, με αποτέλεσμα να αποσπάται το έδαφος και να προκαλείται διάβρωση και ξέπλυμα του εδάφους. Επίσης ο συντελεστής απορροής, δηλαδή το ποσοστό του ποσού της βροχής που πέφτει σε μία περιοχή και απορρέει επιφανειακά για δάση της μορφής της Πάρνηθας, κυμαίνεται από 2,5-10%, δηλαδή αν πέφτουν 100mm βροχής, μόνο τα 2,5-10mm απορρέουν επιφανειακά. Τα άλλα συγκρατούνται από την κομοστέγη του δάσους, 30% καταναλώνονται για τις ανάγκες του 15% και το υπόλοιπο διηθείται στο έδαφος και συγκρατείται στο πλούσιο σύστημα πόρων του εδάφους. Έτσι, το δασικό έδαφος δρα σαν μία τεράστια ρυθμιστική δεξαμενή που συγκρατεί τα νερά κατά την διάρκεια των βροχών και το αποδίδει κατά την ξηρή περίοδο, εφοδιάζοντας τις επιφανειακές πηγές και τον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα. Μόνο, όπως αναφέρθηκε, ένα ποσοστό 2,5-10% απορρέει επιφανειακά.

Μετά την πυρκαγιά αυτός ο τεράστιος φυσικός ρυθμιστικός ταμιευτήρας έχει καταστραφεί και ο κίνδυνος πλημμυρών είναι προφανής. Γι’ αυτό πριν από οποιαδήποτε αναδάσωση πρέπει να γίνουν τα κατάλληλα έργα αποτροπής της διάβρωσης και συγκράτησης των επιφανειακών ρεόντων υδάτων. Τα έργα αυτά είναι απλά και όχι ιδιαίτερα δαπανηρά. Πρέπει αμέσως να υλοτομηθούν όλα τα καμένα δένδρα και οι κορμοί τους να διατίθενται παράλληλα προς τις ισοϋψείς με τρόπο που να λειτουργούν ως μικρά φράγματα (κορμοφράγματα). Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν κορμοί, τότε κατασκευάζουμε κλαδοπλέγματα, τα οποία επιτελούν την ίδια λειτουργία.

Με αυτόν τον τρόπο πετυχαίνουμε δυό πράγματα: Από το ένα μέρος αποτρέπουμε την διάβρωση του εδάφους μειώνοντας την ταχύτητα του νερού και εμποδίζουμε την επιφανειακή απορροή, ενώ παράλληλα με την υλοτομία και το σύρσιμο των κορμών σπάει το υδρόφοβο στρώμα (η αδιάβροχη κρούστα) και το νερό διηθείται μέσα στο έδαφος. Από το άλλο μέρος, οι κορμοί αυτοί που έρχονται σε επαφή με το έδαφος σαπίζουν πολύ γρήγορα και αποσυντίθενται, εμπλουτίζοντας το έδαφος με την πολύτιμη οργανική ουσία, απαραίτητη για την βιολογική δραστηριότητα του εδάφους. Όλα αυτά πρέπει να έχουν τελειώσει πριν αρχίσουν τα πρωτοβρόχια το φθινόπωρο.

Αναδάσωση

Τώρα σε ο,τι αφορά την αναδάσωση: Στα μεσογειακά οικοσυστήματα της χαλεπίου πεύκης, της τραχείας πεύκης και των αειφύλλων πλατυφύλλων αλλά και των θερμόβιων πλατυφύλλων (δρυοδασών και δασών καστανιάς) δεν χρειάζεται καμία απολύτως αναδάσωση. Η χαλέπιος πεύκη διατηρεί τους κώνους, που ωριμάζουν τον Απρίλιο-Μάιο στον τρίτο χρόνο της ανθοφορίας, κλειστούς για 10-15 και μέχρι 50 έτη. Οι κώνοι αυτοί δεν καίγονται και δεν ανοίγουν κατά την διάρκεια της πυρκαγιάς αλλά 24-48 ώρες μετά από αυτή, όταν πια έχει κρυώσει το έδαφος και δεν φυτρώνουν με την πρώτη βροχή, αλλά μόνον το φθινόπωρο, όταν έχουν πέσει πάνω από 25mm βροχής και έχει διαβραχεί το έδαφος, το οποίο έτσι εξασφαλίζει την επιβίωση των αρτίφυτρων. Παράλληλα, εμφανίζεται σε αφθονία η λαδανιά, ένα κατ’ εξοχήν πυρόφιλο είδος, το οποίο προστατεύει τα νεαρά φυτάρια, σκιάζοντάς τα το καλοκαίρι, ενώ παράλληλα ο μύκητας που δημιουργεί μυκόρριζα στην λαδανιά (δηλαδή μία συμβίωση μύκητα και ριζών, η οποία αυξάνει την ικανότητα προσρόφησης νερού και θρεπτικών στοιχείων των ριζών από το έδαφος πάνω από 100 φορές), ο ίδιος μύκητας δημιουργεί μυκόρριζα και στην χαλέπιο πεύκη. Έτσι, η φυσική αναγέννηση της χαλεπίου πεύκης είναι εξασφαλισμένη σε δάση ηλικίας μεγαλύτερης των 15-20 ετών, οπότε στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση της τραχείας πεύκης δεν πρέπει να κάνουμε απολύτως τίποτα παραπάνω από τα έργα προστασίας του εδάφους από διάβρωση και αποτροπής πλημμυρών.

Τα πλατύφυλλα είδη τόσο τα αείφυλλα όσο και τα φυλλοβόλα πρεμνοβλαστάνουν και ριζοβλαστάνουν έντονα μετά την πυρκαγιά, ήδη από το φθινόπωρο, οπότε και εδώ η αναγέννηση είναι εξασφαλισμένη και η αποκατάσταση του οικοσυστήματος και του τοπίου γίνεται με πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς. Το πουρνάρι, το φιλύκι, ο σχίνος, οι κουμαριές, τα ρείκια σε ένα χρόνο φθάνουν και ξεπερνούν το ένα μέτρο, η αριά και οι φυλλοβόλες δρύες το 1,5m, η δάφνη τα 2-2,5 m και η καστανιά τα 3m.

Συνεπώς στην ζώνη αυτή δεν έχουμε κανένα πρόβλημα φυσικής αναγέννησης, αρκεί να προστατευθεί από την βοσκή και τους καταπατητές που καραδοκούν.Το πρόβλημα δημιουργείται στα λεγόμενα ορεινά μεσογειακά κωνοφόρα, δηλαδή στην ελάτη και την μαύρη πεύκη. Η μαύρη πεύκη με τον χονδρό φλοιό της είναι προσαρμοσμένη σε έρπουσες πυρκαγιές, οι οποίες διευκολύνουν την φυσική αναγέννησή της, αλλά δεν αντέχει σε επικόρυφες πυρκαγιές και δεν αναγεννάται φυσικά ύστερα από αυτές. Η ελάτη δεν αντέχει, δηλαδή δεν είναι προσαρμοσμένη ούτε στις έρπουσες ούτε στις επικόρυφες πυρκαγιές. Στην περίπτωση αυτών των δυό ειδών είναι απαραίτητη η αναδάσωση με υλικό που προέρχεται από σπόρους της ίδιας η γειτονικής περιοχής. Μπορούν να εφαρμοσθούν σπορές σε πινάκια η φύτευση διετών φυτωρίων για την μαύρη πεύκη και τετραετών για την ελάτη. Οι αναδασώσεις πρέπει να γίνουν με την ευθύνη και εποπτεία της δασικής υπηρεσίας και της αρμόδιας διεύθυνσης αναδασώσεων η των οικείων δασαρχείων. Η αναδάσωση είναι ένα πολύ λεπτό και δαπανηρό εγχείρημα και πρέπει να γίνεται από τους ειδικούς και σύμφωνα με τις αρχές της αναδάσωσης.

Τελειώνοντας, θέλω να τονίσω ότι οι πυρκαγιές αποτελούν ένα φυσικό φαινόμενο, που μπορεί βέβαια να προληφθεί. Όταν ωστόσο ξεσπάσει, δεν πρέπει να επικρατεί πανικός, αλλά να σχεδιάζουμε με ψυχραιμία και γνώση τις απαραίτητες ενέργειες για την κατά το δυνατόν ταχύτερη και καλύτερη αποκατάσταση της καταστροφής και ιδιαίτερα την αποτροπή της διάβρωσης του εδάφους και των πλημμυρών.

ΔΙΚΤΥΟ ΝATURA 2000

Η ίδρυση του δικτύου περιοχών Natura 2000 έχει σχεδόν ολοκληρωθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο και δασικοί οικότοποι και είδη που ζουν σε δάση Κοινοτικού ενδιαφέροντος περιλαμβάνονται σε περισσότερες από τους μισούς Τόπους Κοινοτικής Σημασίας σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην Ελλάδα, περισσότερες από το ένα τρίτο των Τόπων Κοινοτικής Σημασίας έχουν κυρίαρχο δασικό χαρακτήρα. Είναι προφανές ότι σκοποί διατήρησης θα πρέπει να ενσωματωθούν στη δασική διαχείριση.

 

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΑΣΗ

 

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο [COM(2006) 302 τελικό]

 

Ο γενικότερος στόχος του κοινοτικού σχεδίου δράσης για τα δάση είναι η στήριξη και η διεύρυνση της αειφόρου διαχείρισης των δασών και του πολυλειτουργικού των ρόλου. Το πενταετές σχέδιο δράσης (2007-2011) αποτελείται από μία σειρά βασικών ενεργειών, τις οποίες η Επιτροπή προτίθεται να υλοποιήσει από κοινού με τα κράτη-μέλη. Ένας από τους στόχους του σχεδίου δράσης είναι: «Να διατηρηθούν και να διευρυνθούν κατάλληλα η βιοποικιλότητα, η παγίδευση του άνθρακα, η ακεραιότητα, η υγεία και η αντοχή των δασικών οικοσυστημάτων σε πολλαπλές γεωγραφικές κλίμακες». Το σχέδιο δράσης ορίζει βασικές ενέργειες που πρέπει να υλοποιηθούν, μεταξύ των οποίων στο πλαίσιο του ανωτέρω στόχου είναι η βασική ενέργεια 8 «Δημιουργία ευρωπαϊκού συστήματος παρακολούθησης των δασών», καθώς το πρόγραμμα «Forest Focus» έληξε το 2006. Η Επιτροπή, από κοινού με τα κράτη-μέλη και τους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς, θα εργαστεί για την δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Συστήματος Παρακολούθησης Δασών, το οποίο θα χρησιμοποιεί τις υπάρχουσες βάσεις δεδομένων και τα συστήματα παρακολούθησης για τα δάση. Επισημαίνεται ακόμη, στο σχέδιο δράσης, ότι η παρακολούθηση των δασών δεν θα περιορίζεται στους περιβαλλοντικούς δείκτες, αλλά θα περιλαμβάνει επίσης οικονομικές και κοινωνικές πληροφορίες και θα μπορούσε να επεκταθεί ώστε να καλύπτει τους δείκτες που εγκρίθηκαν κατά την 4η Υπουργική Διάσκεψη για την Προστασία των Δασών στην Ευρώπη (ΥΔΠΔΕ)1. Επίσης, στο πλαίσιο της βασικής ενέργειας 7 με τίτλο «Συμβολή στην επίτευξη των αναθεωρημένων κοινοτικών στόχων για τη βιοποικιλότητα για την περίοδο έως το 2010 και μετέπειτα», θα προταθεί στην Μόνιμη Δασική Επιτροπή «να εξετάσει την παρακολούθηση της κατάτμησης των δασών και των επιπτώσεων της επέκτασης των δασών στην βιοποικιλότητα».

 

14η ΥΔΠΔΕ (Βιέννη 2003): Δείκτες για την αειφόρο δασική διαχείριση.

 

Σύμφωνα λοιπόν με την περιβαλλοντική οργάνωση, οι συνολικές καμένες εκτάσεις της Πελοποννήσου φτάνουν τα 1.772.654 στρέμματα, εκ των οποίων 55% (975.180) ήταν δάση και φυσικές εκτάσεις, 41% (781.043) γεωργικές καλλιέργειες και 1% (16.432) τεχνητές επιφάνειες (οικισμοί, δρόμοι, γήπεδα κ.λπ.). Από αυτά, περισσότερα από 300.000 στρέμματα βρίσκονται σε προστατευόμενες φυσικές περιοχές του δικτύου «Natura 2000».