Εκπαίδευση: Μετά τις πιστοποιήσεις των προγραμμάτων σπουδών τί;

γράφει ο ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ

καθηγητής της Ιστορίας Νεοτέρων Χρόνων, πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας και μέλος της ΜΟΔΙΠ του ΑΠΘ

Πολλοί θα διαφωνήσουν. Oμως το γράφω. Οι Φιλοσοφικές Σχολές της χώρας, με την τριπλή τους διαίρεση (1984) σε τμήματα Φιλολογίας, Ιστορίας & Αρχαιολογίας, Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής & Ψυχολογίας, έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο τους. Δεν είναι μόνον η «αναχώρηση» της Ψυχολογίας, που ασφυκτιά μέσα στις ανθρωπιστικές επιστήμες, με φοιτητές επιλεγμένους με ακατάλληλα κριτήρια και με διαφορετικές επιστημονικές προδιαγραφές. Είναι, κυρίως, η κατάρρευση του επαγγέλματος του φιλολόγου καθηγητή, σε συνδυασμό με τον πολλαπλασιασμό των σχετικών τμημάτων ΑΕΙ. Μετά τη διαίρεση των Φιλοσοφικών Σχολών, τα τμήματα που προέκυψαν πάλεψαν για δεκαετίες να συγκροτήσουν και να συντηρήσουν διακριτά προγράμματα σπουδών, με κοινό σημείο αναφοράς τη σταδιοδρομία στη μέση εκπαίδευση.

Στην πράξη αποδείχτηκε πως μόνον τα τμήματα Φιλολογίας ήταν κατάλληλα γι’ αυτή την προετοιμασία και αυτό αντικατοπτρίστηκε στις υψηλότερες βάσεις εισαγωγής. Ομως οι ανάγκες σε καθηγητές από ετών ήδη περιορίστηκαν απελπιστικά, χωρίς ορατά περιθώρια ανάκαμψης. Ετσι όλα τα προγράμματα σπουδών είναι ευάλωτα στην κριτική των αξιολογητών. Αποτελούν κράματα επιστημών με διαφορετικές μεθοδολογίες, ενώ δεν μπορούν πλέον να επικαλεστούν πειστικά ως άλλοθι ότι μορφώνουν κυρίως εκπαιδευτικούς. Φορτωμένα με υπερβολικά πολλά μαθήματα Φιλολογίας και Παιδαγωγικής, αδυνατούν να εκσυγχρονιστούν προς την κατεύθυνση των digital humanities και της απόκτησης άλλων χρήσιμων δεξιοτήτων και γνώσεων, π.χ. διαχείρισης του πολιτισμού. Είναι παγιδευμένα στη λογική των –ουσιαστικά ανύπαρκτων– επαγγελματικών προσόντων και δικαιωμάτων των φιλολόγων (ΠΕ2), λογική που πλέον αδυνατεί να δελεάσει μαθητές.

Η συζήτηση για τις επιλογές του Princeton είναι πολύ νωπή για να ισχυριστώ ότι οι αρχαίες γλώσσες δεν είναι απαραίτητα εφόδια για την αρχαιογνωσία. Τουναντίον, συμμερίζομαι πλήρως τις θέσεις του Αγγελου Χανιώτη. Ούτε θα ισχυριστώ ότι δεν θα χρειαστούμε ποτέ άριστα καταρτισμένους φιλολόγους, όπως αυτούς από τους οποίους κάποτε εμπνευστήκαμε. Υποστηρίζω όμως πως οι Φιλοσοφικές Σχολές, ακόμη κι αν οι επιστήμονές τους διαπρέπουν στον ερευνητικό τομέα, θα χάσουν το τρένο του 21ου αιώνα εάν δεν αποκτήσουν τη δυνατότητα να διαμορφώνουν προγράμματα σπουδών πέραν των στεγανών των τμημάτων, όπως ήθελε ο νόμος Διαμαντοπούλου, με τη μορφή των major και minor, προκειμένου περί τετραετών σπουδών. Αυτό θα επέτρεπε την ύπαρξη διακριτών και αυτοτελών πτυχίων (π.χ. Ιστορίας, Φιλοσοφίας) ή τη θεματική σύνδεση (π.χ. Κλασικές ή Νεοελληνικές Σπουδές) αλλά και τη δημιουργία νέων (π.χ. Γλωσσολογίας). Θα έδινε επίσης μεγαλύτερη ευελιξία στη σύνδεση των αντικειμένων (π.χ. major στην Ιστορία και minor στη Φιλοσοφία). Στο ίδιο πλαίσιο ένα διακριτό πρόγραμμα, όπως αυτό των τμημάτων Δημοτικής Εκπαίδευσης, θα μπορούσε να ετοιμάζει εκπαιδευτικούς για τη μέση εκπαίδευση. Ειδικά το ζήτημα των ψηφιακών ανθρωπιστικών επιστημών, παρά τη βαρύνουσα σημασία του, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί εκτός του πλαισίου μιας ενοποιημένης Φιλοσοφικής Σχολής, με τον ανάλογο επιτελικό σχεδιασμό. Ελπίζω κάτι να μείνει από τις γόνιμες συζητήσεις που γίνονται για σχεδόν μία δεκαετία, στο πλαίσιο αξιολογήσεων και πιστοποιήσεων των ΑΕΙ.