Η ΕΕ διαλέγει τον δρόμο της στρατικοποίησης

Για χρόνια η ΕΕ αδυνατούσε να έχει μια κοινή πολιτική εξωτερικών και άμυνας. Οι πολεμικές συγκρούσεις στην Ουκρανία το άλλαξαν αυτό

Το όραμα να αποκτήσει η Ευρώπη τη δική της κοινή εξωτερική πολιτική και κυρίως πολιτική άμυνας επανέρχεται εδώ και αρκετές δεκαετίες.

Ας μην ξεχνάμε ότι σε μεγάλο βαθμό αυτό που συνήθως περιγράφουμε ως «ευρωπαϊκό όραμα» σε μεγάλο βαθμό διαμορφώθηκε στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, όταν έγιναν και τα βήματα που οδήγησαν στη συγκρότηση της ΕΟΚ.

Σε αυτό το φόντο η ιδιαίτερη έμφαση στη δυνατότητα να έχει η ΕΟΚ κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική άμυνας είχε και τότε και την παράλληλη έμφαση στη δυνατότητα να μπορεί η Ευρώπη να έχει μια αυτόνομη πολιτική πορεία έναντι του ανταγωνισμού των δύο μεγάλων μπλοκ, αυτού που είχε επικεφαλής τις ΗΠΑ και αυτού που είχε επικεφαλής την ΕΣΣΔ.

Βεβαίως, αυτή η διεκδίκηση αυτονομίας από την αρχή είχε συγκεκριμένα όρια: οι χώρες μέλη του ιδρυτικού πυρήνα της ΕΟΚ δεν ήταν κάποιες χώρες σε πραγματική στρατηγική αυτονομία από τους αντιμαχόμενους συνασπισμούς. Αντιθέτως, τα ιδρυτικά μέλη της ΕΟΚ ήταν και μέλη του ΝΑΤΟ. Για την ακρίβεια μόλις το 1973 μπήκε στην ΕΟΚ η πρώτη χώρα που δεν ήταν μέλος του ΝΑΤΟ, η Ιρλανδία, ενώ η επόμενη είσοδος μη μελών του ΝΑΤΟ έγινε το 1995 όταν μπήκαν η Φιλανδία, η Σουηδία και η Αυστρία και το 2004 η Μάλτα και η Κύπρος.

Μάλιστα, σε μεγάλο βαθμό η δημιουργία των «Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» στη δεκαετία του 1950 είχε θεωρηθεί ως κίνηση συμπληρωματική στη διαμόρφωση του ΝΑΤΟ, με την έννοια ότι θεωρήθηκε ότι αντιπροσώπευε την οικονομική και κοινωνική διάσταση της προσπάθειας διαμόρφωσης μιας «ατλαντικής» πολιτικής και αμυντικής κοινότητας. 

Οι ξεχασμένες υποσχέσεις για μια άλλη αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ευρώπη

Η συγκυρία του Ψυχρού Πολέμου δεν επέτρεπε μεγάλες αποκλίσεις και ούτως ή άλλως αυτό που ήταν τότε η Δύση και το ΝΑΤΟ δεν απλώς μια τυπική σχέση, αλλά μια βαθιά αλληλεξάρτηση που εσωτερικευόταν και στον κρατικό μηχανισμό κάθε κράτους-μέλους με την ύπαρξη συγκεκριμένων δικτύων που είχαν την ευθύνη της σχέσης με το ΝΑΤΟ (και που κατηγορήθηκαν ακόμη και για εμπλοκές σε σχεδιαζόμενα πραξικοπήματα). Αυτό, άλλωστε, αντανακλούσε και το γεγονός ότι στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου πέραν της αντιπαλότητας με την ΕΣΣΔ υπήρχε και το άγχος για την αυξημένη επιρροή των δυτικών κομμουνιστικών κομμάτων σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία. Θα υπάρξουν βεβαίως κάποιες κινήσεις μερικής αποστασιοποίησης, όπως η έξοδος της Γαλλίας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ (άλλωστε η Γαλλία διατήρησε και τη δική της πυρηνική αποτρεπτική δύναμη), ή  εκκίνηση της Ostpolitik από τη Γερμανία, αλλά ο «ατλαντικός» προσανατολισμός δεν θα αμφισβητηθεί.

Μόνο προς τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, στη σχετική σύντομη περίοδο που διαμόρφωσε η τελευταία φάση της περεστρόικα και τελικά η κατάρρευση της ΕΣΣΔ έγινε κάποια προσπάθεια για μια άλλη αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ευρώπη. Τότε ήταν που θεωρήθηκε ότι ο ΟΑΣΕ, το βασικό θεσμικό χνάρι της Τελικής Διακήρυξη του Ελσίνκι, θα μπορούσε να αποτελέσει έναν εναλλακτικό μηχανισμό για τη συνεννόηση στη Γηραιά Ήπειρο. Και τότε ήταν που επανήλθε το ερώτημα για το εάν η Ευρώπη μπορούσε να αποκτήσει τη δική της διακριτή εξωτερική και αμυντική πολιτική. 

Οι ΗΠΑ κατοχύρωσαν το ΝΑΤΟ ως τον βασικό μηχανισμό ασφάλειας της Δύσης

Όμως, είναι σαφές ότι πολύ νωρίς οι ΗΠΑ, δηλαδή ήδη επί κυβέρνησης του Τζορτζ Μπους (του πρεσβύτερου), έκαναν την επιλογή ότι βασική τους προτεραιότητα στον μεταψυχροπολεμικό κόσμο θα ήταν να μην υπάρξει καμία αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας τους. Και αυτό σήμαινε ότι πολύ νωρίς εγκατέλειψαν την υπόσχεση που όντως είχαν δώσει αρχικά στον Γκορμπατσόφ ότι το ΝΑΤΟ δεν επεκτεινόταν προς τα ανατολικά.

Ούτως ή άλλως ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία σηματοδότησε την επιστροφή των ΗΠΑ σε ένοπλες συγκρούσεις στην Ευρώπη. Και αυτό γιατί παρότι ήταν κυρίως ευρωπαϊκές χώρες (με ιδιαίτερα σημαντικό τον ρόλο της Γερμανίας) αυτές που επικύρωσαν τη διαδικασία διάσπασης της Γιουγκοσλαβίας και ουσιαστικά ενίσχυσαν αποσχιστικές τάσεις, τροφοδοτώντας με αυτόν τον τρόπο έναν ιδιαίτερα αιματηρό πόλεμο, αποδείχτηκε ότι ήταν δύσκολο για αυτές τις χώρες να μπορέσουν να παρέμβουν για τον τερματισμό του πολέμου. Αυτό οδήγησε στην εμπλοκή του ΝΑΤΟ σε διάφορες φάσεις με αποκορύφωμα τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία.

Σε αυτό το φόντο προωθήθηκε και η διαδικασία της προς ανατολάς επέκτασης του ΝΑΤΟ. Σε αυτήν συναντήθηκαν δύο τάσεις: η μία ήταν αυτή που αφορούσε την επιθυμία των ΗΠΑ να επικυρώσουν τον ηγετικό τους ρόλο στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης και της ηγεσίας τους πάνω σε ένα ευρύτερο σύνολο χωρών· η άλλη αφορούσε το γεγονός ότι οι νέες πολιτικές ελίτ στις μετακομμουνιστικές χώρες σε μεγάλο βαθμό θεωρούσαν και το ΝΑΤΟ και την ΕΕ ως επικύρωση της ένταξής τους «στη Δύση», ενίοτε και μια ιδιότυπα «φαντασιακή» προβολή ως προς τα ωφελήματα που θα είχε μια τέτοια ένταξη σε μια τέτοια αμυντική συμμαχία. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό συνδυαζόταν και με μια επίκληση της παροχής εγγυήσεων απέναντι στη Ρωσία.

Ούτως ή άλλως η ίδια η κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική άμυνας της ΕΕ δεν προχωρούσε με τον ίδιο τρόπο. Αυτό είχε να κάνει και με τον τρόπο που ιδίως στις αρχές της δεκαετίας του 2000 οι ΗΠΑ επέλεξαν ιδίως σε σχέση με τον πόλεμο στο Ιράκ να κινηθούν με τη λογική της «συμμαχίας των προθύμων», παρά τις αντιρρήσεις ευρωπαϊκών χωρών όπως η Γαλλία και η Γερμανία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα και μια απόσταση στο εσωτερικό της ΕΕ ανάμεσα στις χώρες που ακολουθούσαν τις ΗΠΑ (το πιο «ευρωατλαντικό» μπλοκ) και όσες θα ήθελαν μια πιο διακριτή πολιτική) και υπονόμευε τη δυνατότητα για μια πιο «αυτοτελή» πολιτική. Ως αποτέλεσμα και οι όποιες προετοιμασίες για μια κοινή αμυντική πολιτική ουδέποτε προχώρησαν πέραν ενός σημείου. 

Τα γεγονότα στην Ουκρανία ως «αλλαγή παραδείγματος»

Η έξοδος από την ΕΕ της Μεγάλης Βρετανίας, της χώρας που κατεξοχήν, εξαιτίας της «ειδικής σχέσης» με τις ΗΠΑ, αντιπροσώπευε τη γραμμή του «ευρωατλαντισμού», φάνηκε να δίνει μεγαλύτερο περιθώριο για μια κάπως πιο αυτοτελή «ευρωπαϊκή» πολιτική, κυρίως μέσα από τη σύγκλιση ανάμεσα στη Γαλλία (που ήταν πλέον η μόνη χώρα-μέλος της ΕΕ με πυρηνικά όπλα και μόνιμη θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ) και τη Γερμανία.

Βεβαίως, την ίδια στιγμή έχει ενδιαφέρον ότι η Ευρώπη όλα τα προηγούμενα χρόνια ήταν σε μια μεγάλη πίεση να συμπαραταχθεί στον «Νέο Ψυχρό Πόλεμο». Αυτό είχε φανεί ήδη μετά τα γεγονότα του 2014 όταν η Ευρώπη είχε συμπαραταχθεί με τις ΗΠΑ στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, παρότι είχε αρνηθεί να προχωρήσει σε μια πλήρη οικονομική ρήξη, όπως φάνηκε και από τη διαδικασία κατασκευής του αγωγού Nord Stream 2. Αντίστοιχη συμπαράταξη είχε φανεί, κυρίως από το 2017 και στην προσπάθεια περιορισμού της κινεζικής οικονομικής παρουσίας στην Ευρώπη.

Την ίδια στιγμή φαίνεται ότι ήταν σε εξέλιξη και μια αντιπαράθεση για τον νέο ευρωατλαντικό προσανατολισμό που αφορούσε και το εσωτερικό των ευρωπαϊκών χωρών και κυρίως της Γερμανίας, όπου είναι χαρακτηριστικό ότι ήταν οι Πράσινοι  το κόμμα που κατεξοχήν εκπροσώπησε πολιτικά μια γραμμή ρήξης με τη Ρωσία και εγκατάλειψης της Ostpolitik.

Όμως, ακόμη και έτσι φαινόταν ότι θα γινόταν προσπάθεια να διατηρηθεί η προηγούμενη πολιτική ισορροπιών και η απροθυμία για μια μεγαλύτερη «στρατικοποίηση» της ΕΕ.

Όμως, αυτά άλλαξαν με τις ρωσικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία. Φαίνεται ότι αυτό το γεγονός ήταν και ο καταλύτης για να ξεπεράσει η ΕΕ προηγούμενα ταμπού και να κινηθεί σε μια κατεύθυνση μεγαλύτερης στρατικοποίησης. Αυτό δείχνει το γεγονός ότι η ΕΕ όχι μόνο προχώρησε σε σκληρές κυρώσεις αλλά και ότι η αποστολή αμυντικού εξοπλισμού – ακόμη και από τη Γερμανία που άλλαξε μέσα σε λίγες μέρες το ίδιο το αμυντικό της δόγμα – δεν έγινε απλώς από μεμονωμένες χώρες αλλά παρουσιάστηκε ως κεντρική πολιτική επιλογή της ΕΕ, κάτι που υπογραμμίζει συχνά ο Ζοσέπ Μπορέλ στις δημόσιες δηλώσεις του.

Ρόλο σε αυτό έπαιξε βέβαια και η ιδιαίτερη πίεση από τις «χώρες της διεύρυνσης», που – με την εξαίρεση της Ουγγαρίας – έχουν μια ιδιαίτερα αντιρωσική πολιτική και προφανώς και θεώρησαν ότι ήταν η ευκαιρία για μια ευρω-ρωσική ρήξη την οποία διεκδικούσαν από καιρό.

Και παρότι ακόμη δεν έχουν διακοπεί οι συναλλαγές με τη Ρωσία ως προς το ενεργειακό, εξ ου και η απροθυμία των ευρωπαίων να υιοθετήσουν μέτρα ανάλογα με την απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου που αποφάσισαν οι ΗΠΑ, εντούτοις είναι σαφές ότι υπάρχουν μεγάλες πιέσεις και για μεγαλύτερη αποσύνδεση και σε αυτό το επίπεδο.

Βεβαίως, αυτό είχε και ως συνέπεια για πρώτη φορά με τέτοια ένταση η Ρωσία να αντιμετωπίζει την ΕΕ εν συνόλω ως μια δυνάμει εχθρική δύναμη. Έχει επίσης διάφορες οικονομικές συνέπειες που σε μια περιοχή ενεργειακά εξαρτημένη όπως η ΕΕ είναι πολύ πιο έντονες, πέραν του γεγονότος ότι η ΕΕ υφίσταται πολύ πιο άμεσα τις επιπτώσεις από την πολεμική αναταραχή σε σχέση π.χ. με τις ΗΠΑ, από την υποδοχή προσφύγων μέχρι την ανησυχία για τους κινδύνους από τις πολεμικές επιχειρήσεις πλησίον πυρηνικών εργοστασίων. 

Η δύσκολη μετάβαση στη νέα φάση

Ωστόσο, την ίδια ώρα που η ΕΕ διεκδικεί να έχει ένα πιο «στρατιωτικό» ρόλο, εξακολουθεί να μην μπορεί να έχει πραγματικά μια αυτοτελή κοινή εξωτερική πολιτική που να διεκδικεί έναν διαφορετικό ρόλο στη διεθνή σφαίρα. Γιατί αυτό σημαίνει μια ικανότητα παρέμβασης και διαχείρισης κρίσεων που υπερβαίνει την απλή εμφάνιση ως «αιχμή του δόρατος» της Δύσης ή τις αποφάσεις για κυρώσεις. Ακόμη και σήμερα, οι όποιες προσπάθειες για διπλωματική παρέμβαση, όπως αυτές του προέδρου Μακρόν, αποτελούν περισσότερο πρωτοβουλίες χωρών παρά ευρωπαϊκός σχεδιασμός. Επιπλέον, εύλογα θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι η τρέχουσα «στρατικοποίηση» της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ περισσότερο παραπέμπει σε μια «σύμφυση» της ΕΕ με το ΝΑΤΟ, ή την κοινή παρουσία της Δύσης παρά σε μια αυτοτελή «ευρωπαϊκή» πολιτική. Όμως, αυτό γεννά το ερώτημα εάν ο ατλαντισμός είναι όντως η αμυντική διάσταση του «ευρωπαϊκού οράματος».