Η Επανάσταση των Αχαιών

Ο Χρήστος Αθ. Μούλιας, είναι Δικηγόρος – Συγγραφέας.

Κανένας αγώνας, όσο δίκαιος κι αν είναι, δεν έχει προοπτική επιτυχίας, αν αυτοί που τον διεξάγουν δεν έχουν πλήρη συναίσθηση του σκοπού για τον οποίο αγωνίζονται. Οι Ελληνες πίστευαν στην ελευθερία και αυτό ήταν το κίνητρό τους για να πολεμήσουν εναντίον των Τούρκων με θάρρος, τόλμη και αυταπάρνηση, θέτοντας κάθε μέρα τη ζωή τους σε κίνδυνο.
Η Αχαΐα υπήρξε πεδίο πολλών συγκρούσεων, καθ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα και από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή της και τις αποτυχημένες προσπάθειες κατάληψης του φρουρίου των Πατρών, επηρεάστηκε σημαντικά η πορεία του.
[…]

Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ Περίπου ένα μήνα πριν ο Υψηλάντης διαβεί τον Προύθο, πάνω από είκοσι Πρόκριτοι της Πελοποννήσου συναντήθηκαν στο Αίγιο για να αποφασίσουν για την κήρυξη Επανάστασης. Πρόκειται για τη «Μυστική Συνέλευση της Βοστίτσας», της οποίας ιθύνων νους και κινητήρια δύναμη ήταν ο Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), απεσταλμένος της «Φιλικής Εταιρίας» και πρόεδρος ο Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄.
Το Αίγιο επελέγη λόγω του ότι η παρουσία τουρκικών αρχών εκεί ήταν μηδαμινή, αλλιώς η συγκέντρωση τόσων επιφανών προσώπων θα προκαλούσε υποψίες. Οι συνεδριάσεις άρχισαν στις 26 Ιανουαρίου 1821, γίνονταν νύχτα και κάθε φορά σε άλλο αρχοντικό και τελείωσαν στις 30 Ιανουαρίου. Διεξήχθησαν σε έντονο κλίμα, κυρίως μεταξύ Παπαφλέσσα από τη μία πλευρά και Παλαιών Πατρών Γερμανού Γ΄ και των άλλων Προκρίτων που συμμετείχαν, από την άλλη και ελήφθη η παράτολμη απόφαση να εξεγερθούν οι Έλληνες κατά των Τούρκων και να εκδηλωθεί η εξέγερση σε όλα τα μέρη της Ελλάδος την ίδια ημέρα. Αποδέχτηκαν μάλιστα, όπως είχε ορίσει η Ανωτάτη Αρχή της «Φιλικής Εταιρίας», να κηρυχθεί η Επανάσταση στις 25 Μαρτίου ή στις 23 Απριλίου ή στις 21 Μαΐου, ημέρες μεγάλων χριστιανικών εορτών, διότι ήταν διάχυτος σε όλες τις υπόδουλες περιοχές ένας επαναστατικός αναβρασμός και ήταν έντονο το αίσθημα ότι πλησιάζει η ημέρα της κοινής δράσης όλων των δυνάμεων.

ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ Όμως, το αδιόρατο πνεύμα της Ιστορίας, που αρέσκεται στην επινόηση περίεργων συμπτώσεων, επέσπευσε την κήρυξή της. Διάφορα συμβάντα, όπως η δολοφονία από το Νικόλαο Σολιώτη, στις 14 Μαρτίου 1821, στις Πόρταις στο Αγρίδι τριών επίσημων Τούρκων ταχυδρόμων του Καϊμακάμη της Τριπολιτσάς, η δολοφονία την ίδια ημέρα, από τον Ξαντάκη Τομαρά δύο Τούρκων σπαχήδων της Τριπολιτσάς στο Λειβάρτζι και άλλα παρόμοια συμβάντα, ανάγκασαν τους Προεστούς και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό Γ΄ να βιαστούν.

Στις 17 Μαρτίου άρχισε η πολιορκία της πόλης των Καλαβρύτων, στην οποία κατοικούσαν πολλοί Τούρκοι, οι οποίοι, για να προστατευθούν κλείστηκαν στους τρεις Πύργους που υπήρχαν εκεί. Το γεγονός αυτό ήταν μία πρώτη ένδειξη του τι θα επακολουθούσε.
Εχουν γραφτεί πολλά για την ημερομηνία κήρυξης της Επανάστασης στη Μονή της Αγίας Λαύρας και ως πλέον αξιόπιστες θεωρώ τις μαρτυρίες του αυτόπτη διακόνου του Παλαιών Πατρών Γερμανού Γ΄ Θεόφιλου Βλαχοπαπαδόπουλου και του Επάρχου Αιγίου Αλέξανδρου Δεσποτόπουλου.

Ο Θεόφιλος Βλαχοπαπαδόπουλος, ως Μητροπολίτης Αθηνών το 1871 προσφώνησε τα λείψανα του Γρηγορίου Ε΄, τα οποία μεταφέρθηκαν από την Οδησσό, όπου είχε ενταφιασθεί, μετά τον απαγχονισμό του, τον Απρίλιο 1821 και εναπετέθησαν σε μαρμάρινη λάρνακα, στο δεξιό κλίτος του Μητροπολιτικού ναού των Αθηνών. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄ ήταν διάκονος του Γρηγορίου Ε΄ και ο Θεόφιλος Βλαχοπαπαδόπουλος διάκονος του Παλαιών Πατρών Γερμανού Γ΄. Προσφωνώντας ο Θεόφιλος δημόσια τα λείψανα του Γρηγορίου του Ε΄ αναφέρθηκε στο διάκονό του (Παλαιών Πατρών Γερμανό Γ΄) και είπε ότι έσκισε ένα κομμάτι από το ράσο του και ένα κομμάτι από τη φουστανέλα του Ασημάκη Ζαΐμη και τα ύψωσε, κηρύσσοντας την Ελληνική Επανάσταση. Αυτό έγινε, σύμφωνα με τον Βλαχοπαπαδόπουλο, στις 17 Μαρτίου 1821, κατά την ολονυκτία που τελέσθηκε επί τη εορτή του Αγίου Αλεξίου, προστάτη της Μονής, στην οποία φυλάσσεται η τιμία κάρα του.

Κατά τον Αλέξανδρο Δεσποτόπουλο, η κήρυξη της Επανάστασης έγινε στις 18 Μαρτίου, την επομένη της ολονυκτίας του Αγίου Αλεξίου, όταν είχαν αποχωρήσει οι προσκυνηταί, οι οποίοι ήσαν πάρα πολλοί, διότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄ και οι άλλοι παρευρισκόμενοι Πρόκριτοι φοβόντουσαν μήπως κάποιος προδώσει την απόφασή τους.
[…]

ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ Μόλις οι Τούρκοι των Πατρών πληροφορήθηκαν για την πολιορκία της πόλης των Καλαβρύτων και όσα επακολούθησαν, κλείσθηκαν στο φρούριο. Οι πατρινοί ανέμεναν οδηγίες του Παλαιών Πατρών Γερμανού Γ΄ και δεν ανελάμβαναν πρωτοβουλίες. Ομως, στις 21 Μαρτίου περίπου 1.000 Τούρκοι στρατιώτες από το Ρίον ήρθαν στην Πάτρα, για να ενισχύσουν την τουρκική φρουρά. Μπήκαν στην πόλη και άρχισαν να πυροβολούν και να λαφυραγωγούν. Μερικοί από αυτούς μπήκαν στο ρακοπωλείο του Κων. Σταμπολή, κοντά στη σημερινή πλατεία Ομονοίας, τότε Παπαδιαμαντοπούλου και αφού μέθυσαν, έχυσαν ρακή σε μία λεκάνη, έβαλαν φωτιά, έκαψαν το ρακοπωλείο και σκότωσαν τον Σταμπολή.

Η φωτιά επεκτάθηκε και οι μεθυσμένοι Τούρκοι στρατιώτες προσπάθησαν να μπουν στο σπίτι του Ιωαν. Παπαδιαμαντόπουλου, που ήταν απέναντι από το ρακοπωλείο, για να το λεηλατήσουν και να το κάψουν, αλλά εμποδίστηκαν από τους ένοπλους Ελληνες φρουρούς του, οι οποίοι αμύνθηκαν σθεναρά.

Η πυρκαϊά συνεχώς επεκτείνετο, ενώ στην επίθεση κατά της οικίας Παπαδιαμαντοπούλου συμμετείχε και το τουρκικό πυροβολικό από το κάστρο. Οι Ελληνες, μόλις άκουσαν τους πυροβολισμούς και είδαν τις φλόγες, πήραν τα όπλα τους και αφού συγκεντρώθηκαν στη συνοικία του Αγ. Γεωργίου, προχώρησαν προς το Τάσι, την κυρίως τουρκική συνοικία. Στο Τάσι συγκρούστηκαν με τους Τούρκους και η αναστάτωση που προκλήθηκε στην πόλη ανάγκασε πολλούς πατρινούς να επιβιβαστούν σε επτανησιακά και γαλαξιδιώτικα πλοία, που ήσαν στο λιμάνι και να φύγουν για τα Ιόνια νησιά, για να διασώσουν τις οικογένειές τους.

Από τον Ομπλό οι Πρόκριτοι και οι οπλαρχηγοί, με επικεφαλής τον Παλαιών Πατρών Γερμανό Γ΄, κατευθύνθηκαν προς την Πάτρα και στις 25 Μαρτίου μπήκαν στην πόλη, υπό τις επευφημίες των πατρινών, συνοδευόμενοι από τα στρατιωτικά τους τμήματα και από μεγάλο αριθμό χωρικών, που είχαν στρατευθεί πρόχειρα καθ’ οδόν και έφεραν όπλα ή ρόπαλα.

Αμέσως κατευθύνθηκαν στην πλατεία Αγίου Γεωργίου και ο Μητροπολίτης, φέρων την αρχιερατική στολή του, έψαλε τρισάγιο υπέρ εκείνων που θα έχαναν τη ζωή τους κατά τον Αγώνα, έδωσε συγχώρεση αμαρτιών και επευφημούμενος ευχήθηκε υπέρ της απελευθέρωσης της Ελλάδος. Επίσης διάταξε και στήθηκε σταυρός, τον οποίο έσπευσαν να προσκυνήσουν οι παρευρισκόμενοι, «ορκιζόμενοι τον υπέρ πίστεως και πατρίδος όρκον». Ταυτόχρονα, οι αρχηγοί των επαναστατών συνέστησαν το «Αχαϊκόν Διευθυντήριον», το οποίο ανέλαβε τη διοίκηση των επαναστατικών κινητοποιήσεων και απέστειλε στους προξένους της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας στην Πάτρα, Προκήρυξη, με ημερομηνία 26 Μαρτίου 1821, την οποία συνέταξε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄ και συνυπέγραψαν οι, Επίσκοπος Κερνίτσης Προκόπιος, Ανδρέας Ζαΐμης, Ανδρέας Λόντος, Μπενιζέλος Ρούφος, Ιωάν. Παπαδιαμαντόπουλος και Σωτήριος Θεοχαρόπουλος, με την οποία τους γνωστοποιούσαν την απόφαση όλων να αγωνιστούν για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού.

Το ΚΑΣΤΡΟ Από τις πρώτες επαναστατικές πρωτοβουλίες ήταν η άλωση του κάστρου, στο οποίο ήσαν κλεισμένοι οι Τούρκοι των Πατρών.
[…]

Η άλωση του κάστρου των Πατρών είχε μεγάλη σημασία για την εξέλιξη του Αγώνα και οι προσπάθειες να κυριευθεί συνεχίστηκαν, χωρίς επιτυχία και τα επόμενα έτη. Σημαντικός παράγων που λειτούργησε ανασχετικά στην κυρίευσή του ήσαν οι διχόνοιες που ξέσπασαν μεταξύ των οπλαρχηγών, από το 2ο κιόλας έτος της Επανάστασης, οι οποίες οδήγησαν σε εμφύλια σύρραξη τους Στερεοελλαδίτες και τους Νησιώτες με τους Πελοποννησίους, θύματα της οποίας έπεσαν και ο Κολοκοτρώνης και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄ και πολλοί άλλοι. Αν είχε κυριευθεί, ίσως η τύχη του Μεσολογγίου να ήταν διαφορετική
[…]

Τελικά το κάστρο των Πατρών δεν κυριεύθηκε, αλλά παραδόθηκε στις 6 Οκτωβρίου 1828, από τους Τούρκους στους Γάλλους, με μία συμφωνία στην οποία δεν είχαν καμμία συμμετοχή οι Ελληνες. Η συμφωνία αυτή υπεγράφη από τους εκπροσώπους των Τούρκων των Πατρών και Γάλλους αξιωματικούς της γαλλικής στρατιάς του Μαιζόν, που ήλθε στην Πελοπόννησο με την ψευδεπίγραφη εικόνα του ελευθερωτή, ενώ κατ’ ουσία απέβλεπαν να την κατακτήσουν, στόχο που ματαίωσε ο αγγλικός ανταγωνισμός για την κυριαρχία στην περιοχή.

Ο ΓΙΟΥΣΟΥΦ Από τα στρατιωτικά γεγονότα του 1ου έτους του Αγώνα αξιοσημείωτη είναι η πολιορκία των Πατρών από τον Γιουσούφ Πασά, ο οποίος, για να εκδικηθεί τους Έλληνες και να βοηθήσει τους Τούρκους των Πατρών, που είχαν κλειστεί στο κάστρο, κατέπλευσε, στις 3 Απριλίου 1821, με τον τουρκικό στόλο, στο λιμάνι. Τα στρατεύματά του πολιόρκησαν και κατέκαυσαν την πόλη και κατέσφαξαν τους κατοίκους της, μέχρι και έναν ιερέα, τον πάπα Γιώργη, την ώρα που τελούσε τη Θεία Λειτουργία, στο θυσιαστήριο του ναού της Παναγίας Αλεξιώτισσας.

ΤΟ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ Μία περιοχή που ήταν πεδίο σκληρών συγκρούσεων κατά τα έτη 1821-1822 είναι του Γηροκομειού. Η πιο σημαντική μάχη που δόθηκε εκεί, γνωστή και ως μάχη του Σαραβαλίου, διότι στο Σαραβάλι είχε εγκαταστήσει το στρατηγείο του ο αρχηγός της πολιορκίας των Πατρών Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, πραγματοποιήθηκε στις 9 Μαρτίου 1822. Ο Κολοκοτρώνης, με επιδέξια διάταξη των δυνάμεών του, που αποτελούνταν από 6.500 άνδρες, απέκλεισε τα δρομολόγια προς την πόλη. Οι τουρκικές δυνάμεις, που έφθαναν τους 12.000 πεζούς και ιππείς, χάρις στην επιδέξια τακτική που ακολούθησε, αναχαιτίσθηκαν.
[…]

Η ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ Μετά τη νίκη της 9ης Μαρτίου η επιθετικότητα των Τούρκων εκάμφθη, δεν απομακρύνονταν πλέον από το κάστρο και τις οχυρώσεις τους και αντιμετώπιζαν με φόβο τις δυνάμεις των επαναστατικών, τις οποίες διοικούσε ο Κολοκοτρώνης. Τότε ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να ενισχύσει η Διοίκηση τα πολιορκητικά στρατεύματα, ώστε, υπό την ηγεσία του Γέρου του Μωρηά, να ενταθεί η πίεση για την άλωση του κάστρου των Πατρών. Αν επιτυγχάνετο αυτό, θα απαλλάσσετο η ΒΔ Πελοπόννησος από την απειλή των Τούρκων του κάστρου και οι δυνάμεις της περιοχής θα χρησιμοποιούνταν σε άλλα μέτωπα. Η κατάληψη της πόλης και του σημαντικού λιμανιού της από τους Έλληνες θα είχε ισχυρό ηθικό αντίκτυπο στους επαναστάτες και στους ευρωπαίους, που παρακολουθούσαν τις εξελίξεις του Αγώνα και οι διαθέσεις τους επηρεάζονταν ανάλογα με τις επιτυχίες και αποτυχίες των Ελλήνων. Επίσης, η επικοινωνία με τη Δύση και ο εφοδιασμός των επαναστατών θα πραγματοποιείτο πολύ ομαλά, μέσω του ελεύθερου πλέον λιμανιού των Πατρών. Ομως, το καθοριστικό αυτό στρατηγικό επίτευγμα των Ελλήνων δεν αξιοποιήθηκε, διότι οι αντιζηλίες Προκρίτων και στρατιωτικών, για τη νομή της εξουσίας και η καχυποψία της Διοίκησης προς τον Κολοκοτρώνη, έκαναν να εξασθενήσει σιγά-σιγά η πολιορκία και να διαλυθεί και τυπικά στις 25 Ιουνίου 1822, με την αποχώρησή του.
[…]

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ Οργανωμένος στόλος δεν υπήρχε στην αρχή της Επανάστασης, ούτε στρατιωτική πειθαρχία και ήσαν συχνές οι προστριβές μεταξύ των πλοιοκτητών, των πλοιάρχων και των πληρωμάτων, για τη διανομή των λαφύρων. Τα ελληνικά πλοία που συμμετείχαν στη ναυμαχία των Πατρών, η οποία έγινε στις 20 Φεβρουαρίου 1822, δεν ήσαν εκ κατασκευής πολεμικά, αλλά αμιγώς εμπορικά και υπό το πρόσχημα της ασφάλειας κατά των πειρατών, διέθεταν μερικά μικρά πυροβόλα, που την κατάλληλη στιγμή χρησιμοποιούνταν για πολεμικούς σκοπούς. Οσο για τα πληρώματα, αρκετοί διέθεταν πολεμική εμπειρία, λόγω συμμετοχής σε τουρκικά πλοία ή λόγω πειρατικής ή αντιπειρατικής δράσης.

Στη ναυμαχία που έγινε στον πατραϊκό κόλπο, συμμετείχαν 63 πλοία και 2 πυρπολικά, από την Υδρα, τις Σπέτσες και τα Ψαρά, με αρχηγό τον Ανδρέα Μιαούλη, ενώ ο στόλος των Τούρκων υπερτερούσε σημαντικά σε αριθμό πλοίων και δύναμη πυρός. Ομως παρέμενε αδρανής στο λιμάνι των Πατρών. Οι Έλληνες εκτίμησαν ορθά, ότι έπρεπε το συντομώτερο να εμπλακούν σε αιφνιδιαστική σύγκρουση, ει δυνατόν και μέσα στο λιμάνι και αμέσως κινήθηκαν κατά των Τούρκων. Οι τελευταίοι, έντρομοι απέπλευσαν βιαστικά και κατευθύνθηκαν προς τα δυτικά, προκειμένου να αποφύγουν να εγκλωβιστούν στα στενά του Ρίου. Μπροστά στο πείσμα και την ορμή των ολιγάριθμων πλοίων που τους επιτέθηκαν και λόγω της μειονεκτικής υπήνεμης θέσης των ισχυρών μονάδων του, ο Τούρκος ναύαρχος διέταξε, μετά από ναυμαχία που διήρκησε 6 ώρες, γενική αποχώρηση προς δυσμάς και μετά τον Αραξο προς νότο. Τα ελληνικά πλοία όμως συνέχισαν να καταδιώκουν τα τουρκικά, που κατευθύνονταν προς την αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο. Χάρις στα ηγετικά προσόντα, την τόλμη και την οξύνοια του Ανδρέα Μιαούλη κατατροπώθηκε ένας στόλος υπέρτερης ισχύος. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι για πρώτη φορά ο ελληνικός στόλος εμφανίστηκε συγκροτημένος, με ενιαία ψυχή, ενιαίο αρχηγό και ενιαία οντότητα, αξιόμαχος και ετοιμοπόλεμος, όπως οι στόλοι των οργανωμένων ναυτικών κρατών της εποχής. Αλλά δυστυχώς το πλεονέκτημα αυτό δεν αξιοποιήθηκε.

Η ΚΑΥΚΑΡΙΑ Από τις πιο σημαντικές μάχες στην Αχαΐα και από τις τελευταίες του Αγώνα, είναι η μάχη της Καυκαριάς, που έλαβε χώρα στις 26 και 27 Αυγούστου 1827, 40 μέρες πριν τη ναυμαχία του Ναυαρίνου (8.10.1827) στην περιοχή Ανω Μαζαρακίου του Δήμου Ερυμάνθου, η οποία συνέβαλε καταλυτικά στο ηθικό των Τουρκοαιγυπτίων και αναπτέρωσε τις ελπίδες και το ηθικό των Ελλήνων.
[…]

Κύρια τακτική των επαναστατών ήταν η κατρακύληση μεγάλων λίθων στις πλαγιές του απόκρημνου και δύσβατου λόφου, που ήταν το πεδίο της μάχης και βρίσκεται μεταξύ Λαπαναγών και Ανω Μαζαρακίου, με τους οποίους απέκρουαν τα γιουρούσια και σκότωσαν εκατοντάδες εχθρούς.

ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡΙ Μία μελανή σελίδα της Επανάστασης, εκτός από την εμφύλια σύρραξη που ξέσπασε το 2ο κιόλας έτος της, είναι το «προσκύνημα», που πήρε τη μορφή επιδημίας το 1827 και όπως αναφέρει ο Κολοκοτρώνης στα «Απομνημονεύματά» του, έθεσε σε μεγάλο κίνδυνο την επιτυχία της.
[…]

Το «προσκύνημα» έλαβε τη μορφή πανδημίας μετά την άφιξη του Ιμπραήμ και πολλοί οπλαρχηγοί των Πατρών, της Βοστίτσας, των Καλαβρύτων, της Ηλείας, της Ζουμπάτας, της Βλασίας, των Νεζερών, του Μαζαρακίου και γειτονικών χωριών, δήλωσαν υποταγή.

Εξ ου και η προσταγή του Κολοκοτρώνη, «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους», που συνοδευόταν από τη διαταγή να καούν σπίτια προσκυνημένων και να εκτελεσθούν πολλοί από αυτούς.
[…]

Μόνο τα έθνη που δεν ξεχνάνε, συνεχίζουν να έχουν Ιστορία. Μόνο τα έθνη που έχουν συνείδηση του παρελθόντος τους, είναι και κατά το παρόν άξια της Ιστορίας. Μόνο τα έθνη που γνωρίζουν να αντλούν από τους θησαυρούς της μνήμης τους, βαδίζουν ισχυρά και αλώβητα προς το μέλλον. Αυτά ισχύουν υπέρ πάντα άλλο έθνος για το ελληνικό, για το οποίο η δόξα δεν είναι επιδίωξη αλλά μοίρα.