Η Σμύρνη των Ρωμιών, από το «θαύμα» στην καταστροφή

Μια ταινία αναμετριέται με την Ιστορία. Ο Γρηγόρης Καραντινάκης διαχειρίζεται ως επί το πλείστον αποτελεσματικά τα πρωτοφανή μέσα που του δίνονται, στην πλουσιότερη ελληνική παραγωγή όλων των εποχών.

Γράφει ο Αιμίλιος Χαρμπής

Σμύρνη μου αγαπημένη ★★½
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΔΡΑΜΑ (2021)
Σκηνοθεσία: Γρηγόρης Καραντινάκης
Ερμηνείες: Μιµή Ντενίση, Λεωνίδας Κακούρης, Κατερίνα Γερονικολού

Η πλουσιότερη ελληνική παραγωγή όλων των εποχών καταφέρνει (ευτυχώς) να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, μεταφέροντας ευσύνοπτα και με διαύγεια το επιτυχημένο ομώνυμο θεατρικό της Μιμής Ντενίση στη μεγάλη οθόνη. Η δημοφιλής Ελληνίδα ηθοποιός, σκηνοθέτις και σεναριογράφος πραγματοποιεί εδώ ένα όνειρο ζωής, όπως έχει παραδεχθεί η ίδια, με τη συνδρομή του Γρηγόρη Καραντινάκη, ο οποίος διαχειρίζεται ως επί το πλείστον αποτελεσματικά τα πρωτοφανή για το ελληνικό σινεμά μέσα που του δίνονται.

Η αρχή γίνεται το 2015, όταν μια ηλικιωμένη ομογενής από την Αμερική καταφθάνει μαζί με την εγγονή της στη Λέσβο προκειμένου να συμπαρασταθεί στους Σύρους πρόσφυγες. Μαζί της έχει το τεφτέρι-ημερολόγιο με τις συνταγές της δικής της Σμυρνιάς γιαγιάς, η οποία πριν από σχεδόν έναν αιώνα έφτασε κυνηγημένη στο νησί από την απέναντι ακτή. Μέσα από τις σελίδες του ταλαιπωρημένου τετραδίου ξεδιπλώνεται η ιστορία της οικογένειας Μπαλτατζή, πλούσιων επιχειρηματιών και εμπόρων της Σμύρνης, ταυτόχρονα με εκείνη των γεγονότων που οδήγησαν στην Καταστροφή και στην προσφυγιά.

Το σενάριο της Μιμής Ντενίση και του Αμερικανού Μάρτιν Σέρμαν ξεκινά τη δράση του από το 1916 ξεναγώντας μας σε μια Σμύρνη σχεδόν παραμυθένια· μια πόλη όπου Ελληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι, Αγγλοι, Γάλλοι κ.ά. ζουν αρμονικά, μιλώντας λίγο-πολύ όλες τις γλώσσες, σε ένα πολυπολιτισμικό αμάλγαμα που μοιάζει μοναδικό. Ο Καραντινάκης μας βάζει στο κλίμα του θαύματος της Σμύρνης μέσα από μια σειρά ατμοσφαιρικών σεκάνς, είτε πρόκειται για την τουρκική αγορά με τις μυρωδιές και τα μπαχάρια είτε για τη λαμπρή όπερα με τους δυτικούς καλλιτέχνες.

Ο σπόρος ωστόσο του διχασμού και του πολέμου είναι ήδη υπαρκτός και όταν ο δεύτερος θα ξεσπάσει για τα καλά, τα σύννεφα θα μαζευτούν πάνω από τη Σμύρνη. Οσο αυτά συμβαίνουν βέβαια, εμείς παρακολουθούμε την προσωπική ιστορία της οικογένειας Μπαλτατζή, με τις χαρές, τις λύπες, τους κρυφούς έρωτες και τα πάθη της. Αυτή η ισορροπία μεταξύ του τυπικού δράματος και της ιστορικής αφήγησης είναι ίσως και το μεγαλύτερο ατού μιας ταινίας, η οποία παράλληλα και ολοφάνερα προσπαθεί σκληρά ώστε να μην είναι μονόπλευρη και επιλεκτικά μυωπική ως προς την πολιτική/εθνική της θεώρηση.

Το σε ποιον βαθμό τα καταφέρνει τελικά είναι συζητήσιμο, ωστόσο και μόνο η πρόθεση είναι αξιέπαινη, ιδίως όταν έχει ως αντίβαρο ένα δεύτερο πολύ φορτισμένο δραματικά κομμάτι, όπου μπροστά στα μάτια του θεατή ξεδιπλώνεται η καταστροφή σε όλο της το τραγικό μεγαλείο.