Κάποτε στο Βόσπορο – Του Ελισσαίου Βγενόπουλου

Κάποτε στο Βόσπορο

Οι άνθρωποι μεγαλώνουν με τη φράση ‘’μια φορά και έναν καιρό’’, αλλά επειδή ντρέπονται  να βλέπουν ταινίες, θεατρικά έργα, να διαβάζουν βιβλία, που μιλούν για τη μια φορά και τον ένα καιρό, κάποια στιγμή αποφασίζουν και βάζουν μπροστά από τις ιστορίες τους το ‘’κάποτε’’ κι έτσι έχουν φτιάξει σπουδαία έργα ‘’Κάποτε στη Δύση’’, ‘’Κάποτε στην Αμερική’’, ‘’Κάποτε στη Ρώμη’’, ‘’Κάποτε στην Ανατολία’’, ‘’Κάποτε στο Μεξικό’’, ‘’Κάποτε στο … Χόλιγουντ’’, ‘’Κάποτε στον Πειραιά’’  και  άλλες καταπληκτικές ιστορίες.  Αλλά και να μην  χρησιμοποιήσουν το ‘’κάποτε’’ οι συγγραφείς, οι σκηνοθέτες οι παραμυθάδες αυτό το ευλύγιστο, αναμαλλιασμένο  χρονικό επίρρημα  στην αρχή της ιστορίας τους, εννοείται,  υπάρχει και αιωρείται ανάμεσα στις φράσεις, στις εικόνες, στις αναμνήσεις, στις αφηγήσεις όλων των ανθρώπων.

Το έργο του Άκη Δήμου ‘’Κάποτε στο Βόσπορο’’ αξιοποιεί την ανάγκη και τη δίψα των ανθρώπων να νοσταλγήσουν, να θυμηθούν, να αναπολήσουν, να ανασυνθέσουν μέσα από αφηγήσεις, ιστορίες, εικόνες έναν τόπο, έναν χρόνο και έναν τρόπο ζωής που στο τέλος, τέλος μικρή σχέση μπορεί να έχει, με την πραγματικότητα της πόλης των  μέσων του προηγούμενου αιώνα.  Το έργο του είναι αφιερωμένο στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης που αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν το φθινόπωρο του 1955. Μέσα από μία φανταστική υπόθεση που περιστρέφεται γύρω από τη ζωή και τις ιστορίες των δραματικών προσώπων, ο συγγραφέας φιλοτεχνεί το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο εκείνης της εποχής, επιχειρώντας τη δική του καλλιτεχνική κατάθεση στο ζήτημα του διωγμού των τελευταίων Ελλήνων της Πόλης.

Οικογενειακά δράματα και πολιτικά παιχνίδια, μυστικά και ψέματα, αντιπαλότητες και χωρισμοί, έρωτες και φιλοδοξίες, σκιαγραφούν την πλοκή του έργου με σημείο αναφοράς τις μουσικές και τα τραγούδια μιας ολόκληρης εποχής, που ερμηνεύει ζωντανά επί σκηνής ο Γιάννης Διονυσίου. Τους στίχους των πρωτότυπων τραγουδιών της παράστασης υπογράφει ο Σταμάτης Δαγδελένης.

Το ερώτημα αιωρείται κατά διάρκεια και κυρίως στο τέλος της παράστασης, μέσα σε αυτή την καταστροφή σ’ αυτόν το ορυμαγδό, δεν υπήρξαν φιλίες που να άντεξαν, γείτονες οι οποίοι να αρνήθηκαν την βαρβαρότητα και να προστάτεψαν ανθρώπους που είχαν ζήσει τόσα χρόνια πλάι – πλάι; Γιατί το έργο  μας το λέει καθαρά αυτοί οι γνωστοί, οι φίλοι και οι γείτονες ήσαν οι χειρότεροι. Απίστευτα απάνθρωπο.

 

Ο όρος «Σεπτεμβριανά» περιγράφει το πογκρόμ που εξαπέλυσε ο τουρκικός όχλος με την καθοδήγηση της κυβέρνησης Μεντερές, εναντίον της πολυπληθούς ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης στις 6 και 7 Σεπτεμβρίου του 1955.

Αποτέλεσμα, οι συνολικά 100.000 Έλληνες που ζούσαν εκείνη την περίοδο στην Πόλη να συρρικνωθούν σταδιακά και σήμερα μόλις και μετά βίας να ξεπερνούν τις 2.000.

Τι συνέβη τη νύχτα της 6ης Σεπτεμβρίου 1955 στην Κωνσταντινούπολη; Με τη γνωστή τακτική που συνηθίζουν οι τουρκικές κυβερνήσεις, και με πρόσχημα το Κυπριακό και τον δήθεν εμπρησμό της κατοικίας όπου είχε γεννηθεί ο Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη, οργανώθηκε από τις αρχές συγκέντρωση – διαδήλωση. Η κατάσταση τέθηκε σκόπιμα εκτός ελέγχου, με αποτέλεσμα να έχουμε μια ελληνική «Νύχτα των κρυστάλλων»: ρακένδυτοι, εξαθλιωμένοι Τούρκοι, καθώς και στρατιωτικοί, φαντάροι, αστυνομικοί και χωροφύλακες που φορούσαν όλοι πολιτικά, έκαναν εκείνο το βράδυ το πλιάτσικο της ζωής τους, ουρλιάζοντας «Κάτω η Ευρώπη!» και «Θα φτάσουμε μέχρι τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα!». Λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν εκατοντάδες ελληνικά καταστήματα, σπίτια, εκκλησίες, σχολεία ακόμα και νεκροταφεία.

Η νοσταλγία για το παρελθόν πλημμυρίζει το είναι μας με ατέλειωτες ψευδαισθήσεις, οι οποίες μας οδηγούν σε βαθιά κατάθλιψη και πολλές φορές είναι τόσο έντονες, ώστε αφοπλίζουν κάθε μας προσπάθεια για την επίτευξη κάποιου νέου στόχου. Η νοσταλγία για απλά πράγματα, που έχουν συνδεθεί με τη νιότη μας, τους τόπους και τους χρόνους που τη ζήσαμε είναι καταλυτική. Σκεφτείτε τι συμβαίνει στο μυαλό και την ψυχή των ανθρώπων που έζησαν, ή μέσα από συνεχείς αφηγήσεις ‘’έζησαν’’ εκείνη την εποχή; ‘’Έχω την αίσθηση ότι όπου κι αν βρίσκομαι στο μέλλον, θα αναρωτιέμαι πάντα αν βρέχει στο Νγκονγκ, γράφει η Κάρεν Μπλίξεν για να μιλήσει για τη νοσταλγία. Τι θα έπρεπε να πουν, άραγε και κυρίως πως θα έπρεπε να νιώθουν, οι διωγμένοι Κωνσταντινοπουλίτες και οι οικογένειες τους αναπολώντας την ‘’Πόλη’’.

Σαράντα πέντε ελληνικές κοινότητες καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν μέσα σε λίγες ώρες τη νύχτα των Σεπτεμβριανών. Και φυσικά δεν έλειψαν οι βιαιοπραγίες: Έλληνες και Αρμένιοι ξυλοκοπήθηκαν άγρια, υπήρξαν περιπτώσεις ομαδικών βιασμών, ενώ, όπως έχει καταγράψει ο Τούρκος συγγραφέας Αζίζ Νεσίν στο βιβλίο του για τα Σεπτεμβριανά «Κρεμάστε τους σαν τα τσαμπιά», όποιον περαστικό οι Τούρκοι τον νόμιζαν για «Ρωμιό», τον υποχρέωναν να γυμνωθεί για να διαπιστωθεί αν έχει περιτομή. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Τούρκος συγγραφέας, πολλοί Έλληνες εξευτελίστηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις, οι Τούρκοι τραβούσαν μαχαίρι κι έκαναν επιτόπου περιτομή. «Τώρα δύο εκατοστά παραπάνω, τρία περίσσευμα… ε! μέσα στη φασαρία, δεν κοιτάζουν τέτοιες λεπτομέρειες».  Κυρίως Έλληνες ιερείς υπέστησαν αυτή τη βαρβαρότητα.

 

 

 

 

 

 

 

 

Η παράσταση

 

Μια παράσταση ανάμεσα σε δυο ταινίες και μια καταστροφή.

‘’Την Πόλη, την είπαν Πόλη, γιατί είναι η ομορφότερη πόλη στον κόσμο’’ Αυτά είναι τα λόγια του κυρίου Ιακωβίδη στην ταινία ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ  που τυλίγουν σαν εσάρπα μέσα στην ψύχρα της νύχτας των αναμνήσεων κάθε Κωνσταντινοπολίτη. Που όπως και να το κάνουμε ό,τι και να δημιουργηθεί στο μέλλον με θέμα την πόλη και τους διωγμούς της εποχής θα λοξοκοιτά την ταινία του Τάσου Μπουλμέτη.

Η δεύτερη ταινία είναι Τούρκικη. Έσπασε τα ταμεία στην Τουρκία μία κινηματογραφική ταινία για τα Σεπτεμβριανά. Ο «Φθινοπωρινός πόνος» («Guz Sancisi») της Τομρίς Γκιριτλίογλου μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη την ιστορία αγάπης ενός τούρκου μεγαλοαστού και μιας ρωμιάς ιερόδουλης, με φόντο τα γεγονότα του ζοφερού Σεπτέμβρη του ΄55 στην Κωνσταντινούπολη. Ο κόσμος γέμισε τους κινηματογράφους για να διδαχθεί ένα σκοτεινό κομμάτι της ιστορίας, που με μαεστρία αφαιρέθηκε από τις σελίδες των τουρκικών σχολικών βιβλίων.

Ανακαλώντας μνήμες με σημείο αναφοράς τις μουσικές και τα τραγούδια μιας ολόκληρης εποχής στήθηκε η Μουσικοχορευτική παράσταση ‘’Κάποτε στο Βόσπορο’’ που σχεδόν κάθε σκηνή της ολοκληρωνόταν με χειροκροτήματα του κοινού, πότε γιατί το μάγεψε η φωνή και το πάθος της ερμηνείας των τραγουδιών από τον Γιάννη Διονυσίου, πότε γιατί τα όμορφα χορογραφημένα ανατολίτικα τραγούδια συνεπήραν παλαιότερους και ξεσήκωναν νεότερους και πότε γιατί κυρίως οι δεύτεροι ρόλοι του ‘’τούρκου’’ Δημήτρη Πιατά και της ‘’μοδίστρας’’ Παρθένας Χοροζίδου με ευκολία το οδήγησαν στο ξεκαρδιστικό γέλιο και την εκτόνωση.

Κάποτε – άντε πάλι με αυτά τα κάποτε- είχα πάει στο Εθνικό Θέατρο να δω ένα, ας πούμε θρησκευτικό έργο, στο οποίο πρωταγωνιστούσε ένας μύθος του θεάτρου μας τότε, τώρα και για πάντα. Ο μεγάλος ηθοποιός, δεν έχει νόημα να αναφέρω το όνομά του, ήταν σε πολύ μεγάλη ηλικία δεν τον κρατούσαν πια οι δυνάμεις του. Μέχρι τη μέση της πλατείας του θεάτρου ακουγόταν ο υποβολέας, ο οποίος τον βοηθούσε για να πει τα λόγια του. Ήταν δύο περίπου ώρες αγωνίες για μένα για πολλούς θεατές αλλά φαντάζομαι και για τον ηθοποιό – θρύλο, μέχρι να ολοκληρωθεί η παράσταση. Δεν θα ήθελα να το έχω ζήσει αυτό. Είναι πολύ σημαντικό να ξέρει κάποιος πότε πρέπει να κατέβει από το σανίδι…

Η παράσταση ‘’Κάποτε στο Βόσπορο’’ κατάφερε έτσι αυτάρκης που ήταν, γεμάτη με χορούς, τραγούδια, φώτα, σκηνικά, κοστούμια, Video art, να ξεπεράσει με ευκολία τις εγγενείς δυσκολίες του συγκεκριμένου θεάτρου.

Οι πλαστικές καρέκλες, στη μοναδική απόχρωση του γκρι, μας συντρόφευσαν κι αυτή τη φορά στο κατ’ επίφασιν θέατρο. Προτροπή με πόνο ψυχής, μακριά τα παιδιά από αυτό το ‘’θέατρο’’ είναι ακατάλληλο για την αισθητική τους, την θεατρική τους και όχι μόνο παιδεία και το καλλιτεχνικό τους ‘’οπλοστάσιο’’.  Το ‘’θέατρο’’ αυτό ας το υποστούμε μόνο εμείς οι ‘’διεστραμμένοι’’ θεατρόφιλοι ως τιμωρία, για να ξέρουμε, άλλη φορά, να εκτιμούμε τις λίγο στενές θέσεις του Ρωμαϊκού Ωδείου, τις κάπως καυτές πλάκες της Επιδαύρου και τις αρκετά απότομες κερκίδες του Ηρωδείου.

 

 

 

 

Ταυτότητα της παράστασης

Συγγραφέας: Άκης Δήμου

Σκηνοθεσία: Σοφία Σπυράτου

 

Σκηνικά:Μανόλης Παντελιδάκης

Κοστούμια:Μανόλης Παντελιδάκης

Μουσική Διεύθυνση:Νίκος Κυπουργός

Μουσική:Νίκος Κυπουργός

Χορογραφία:Σοφία Σπυράτου

 

Παίζουν:

Αντώνης Καφετζόπουλος, Ιεροκλής Μιχαηλίδης, Θεοφανία Παπαθωμά,

Ρένος Ρώτας, Δημήτρης Πιατάς, Ευαγγελία Μουμούρη, Ελένη Καρακάση,

Παρθένα Χοροζίδου, Νεφέλη Κουλούρη, Ντίνος Σπυρόπουλος, Χλόη Μάντζαρη