Μεγάλοι συνθέτες: Μίκης Θεοδωράκης

Ο Μίκης (Μιχαήλ) Θεοδωράκης (Χίος, 29 Ιουλίου 1925 – Αθήνα, 2 Σεπτεμβρίου 2021) ήταν Έλληνας συνθέτης, στιχουργός, πολιτικός κρητικής και μικρασιατικής καταγωγής. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες μουσικοσυνθέτες και ως μια από τις επιδραστικότερες και σπουδαιότερες προσωπικότητες της Ελλάδας στο δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα. Ως πολιτικός υπήρξε υπουργός και τέσσερις φορές εκλεγμένος βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου, μία φορά με την Ε.Δ.Α., δύο φορές με το Κ.Κ.Ε και δύο ως ανεξάρτητος με το ψηφοδέλτιο της Ν.Δ, ενώ παράλληλα ήταν ακτιβιστής τιμημένος με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν το 1983. Μέχρι τον θάνατό του, θεωρούταν ως ο μεγαλύτερος εν ζωή Έλληνας συνθέτης του 21ου αιώνα.

Είχε ασχοληθεί με πολλά είδη της μουσικής, ενώ είχε συνθέσει τον ίσως πιο αναγνωρίσιμο ελληνικό ρυθμό διεθνώς, το Συρτάκι για την κινηματογραφική ταινία Ζορμπάς ο Έλληνας (Zorba the Greek, 1964). Επίσης είχε ασχοληθεί με την κλασική μουσική γράφοντας συμφωνίες, ορατόρια, μπαλέτα, όπερες και μουσική δωματίου.

Συνθέσεις του έχουν ερμηνευτεί από καλλιτέχνες παγκοσμίου φήμης, όπως οι Beatles, η Σίρλεϊ Μπάσεϊ, η Τζόαν Μπαέζ και η Εντίθ Πιάφ, ενώ έχει γράψει μουσική για γνωστές ταινίες όπως: Φαίδρα (1962), Αλέξης Ζορμπάς (1964), Ζ (1969) και Σέρπικο (1973). Το 1970, για τη μουσική στη ταινία Ζ, του απονεμήθηκε το βραβείο BAFTA για πρωτότυπη μουσική, ενώ ήταν υποψήφιος στην ίδια κατηγορία του 1974, για την ταινία State of Siege, και το 1975, για την ταινία Serpico. Επίσης ήταν υποψήφιος για Γκράμι το 1966 και το 1975 για το μουσικό θέμα των ταινιών Ζορμπάς και Serpico αντίστοιχα.

Το 2000 προτάθηκε για βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.

Το πιο σημαντικό του έργο θεωρείται η μελοποιημένη ποίηση, χρησιμοποιώντας ως στίχους ποιήματα βραβευμένων ποιητών ελληνικής και ξένης καταγωγής, όπως οι Γιάννης Ρίτσος (Βραβείο Ειρήνης Λένιν 1976), Κώστας Βάρναλης (Βραβείο Ειρήνης Λένιν 1959) Γιώργος Σεφέρης (Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1963), Πάμπλο Νερούδα (Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1971), Οδυσσέας Ελύτης (Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1979). Ήταν βασική φωνή κατά της Χούντας των Συνταγματαρχών η οποία τον φυλάκισε και απαγόρευσε τα τραγούδια του.

Απεβίωσε στις 2 Σεπτεμβρίου 2021 σε ηλικία 96 ετών και τάφηκε, σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία, στον Γαλατά Χανίων, στην Κρήτη.

Πρώτα χρόνια

Ο Μίκης Θεοδωράκης γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου 1925 στη Χίο. Η καταγωγή του πατέρα του, Γιώργη Θεοδωράκη, Μπιζανομάχου, ήταν από τον Γαλατά Χανίων με πρόγονους τους επαναστάτες της Εθνεγερσίας του 1821 Χάληδες και της μητέρας του, Ασπασίας Πουλάκη, από τον Τσεσμέ της Μικράς Ασίας. Οι γονείς του συναντήθηκαν στη Μικρά Ασία, λίγο πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τα παιδικά του χρόνια ο Μίκης Θεοδωράκης τα πέρασε σε διάφορες πόλεις της ελληνικής επαρχίας όπως την Χίο, την Μυτιλήνη, τα Γιάννενα, το Αργοστόλι, τον Πύργο Ηλείας, την Πάτρα και κυρίως στην Τρίπολη Αρκαδίας, λόγω των συχνών μεταθέσεων του δημοσίου υπαλλήλου πατέρα του. Μεγάλωσε με την ελληνική λαϊκή μουσική και επηρεάστηκε από την βυζαντινή μουσική· ενώ βρισκόταν στην παιδική του ηλικία είχε ήδη εκφράσει την επιθυμία του να γίνει συνθέτης.

Λέγεται ότι στην ηλικία των 12 ετών έγραψε το πρώτο του τραγούδι. Τη διετία 1937-1939 πήρε τα πρώτα μαθήματα βιολιού στο Ωδείο Πατρών και δημιούργησε τα πρώτα του τραγούδια, συνθέσεις οι οποίες βασίστηκαν σε στίχους των Σολωμού, Παλαμά, Δροσίνη και Βαλαωρίτη, τους οποίους έβρισκε άλλοτε στα σχολικά βιβλία και άλλοτε στη βιβλιοθήκη του σπιτιού του. Τα πρώτα του μουσικά ακούσματα ήταν οι ψαλμωδίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στις οποίες έπαιρνε μέρος σαν ψάλτης. Στην Πάτρα ασχολήθηκε και με τον αθλητισμό, αθλητής του Ναυτικού Ομίλου διακρίθηκε κυρίως στο κρόουλ και συμμετείχε ακόμα και σε πανελλήνιους αγώνες.

Στην Τρίπολη Αρκαδίας, μόλις 17 ετών, δίνει την πρώτη του συναυλία παρουσιάζοντας το έργο του Κασσιανή και παίρνει μέρος στην αντίσταση κατά των κατακτητών. Στη μεγάλη διαδήλωση της 25ης Μαρτίου 1943 συλλαμβάνεται για πρώτη φορά από τους Ιταλούς και βασανίζεται. Διαφεύγει στην Αθήνα, όπου οργανώνεται στο ΚΚΕ και στον ΕΛΑΣ, εκτελεί χρέη διαφωτιστή στον Πέμπτο Τομέα της ΕΠΟΝ, ενώ αγωνίζεται και ως διμοιρίτης της Μεταξωτής διμοιρίας του 1ου τάγματος της Νέας Σμύρνης κατά τα Δεκεμβριανά. Συγχρόνως σπουδάζει στο Ωδείο Αθηνών με καθηγητή τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη.

Εμφύλιος Πόλεμος

Μετά τα Δεκεμβριανά, καταδιώκεται από τις αστυνομικές αρχές. Για ένα διάστημα ζει παράνομα στην Αθήνα. Συλλαμβάνεται στις μαζικές συλλήψεις στις 9/10 Ιουλίου 1947 και κατόπιν στέλνεται εξόριστος με σχετική ελευθερία κινήσεων στην Ικαρία όπου είναι ο κομματικός υπεύθυνος του χωριού εξορίας, από όπου θα προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αποδράσει με τους άλλους εξόριστους υπό τον Βασίλη Ζάννο. Με τη γενικευμένη αμνηστία που δίνει η κυβέρνηση του Θεμιστοκλή Σοφούλη περνάει στην παρανομία στην προσπάθεια συμμετοχής σε ένοπλες ομάδες του Δημοκρατικού Στρατού Αθηνών και βρίσκεται στην ομάδα του Παύλου Παπαμερκουρίου. Συλλαμβάνεται ξανά στο σπίτι του πατέρα του όπου βρήκε καταφύγιο όντας άρρωστος από πλευρίτιδα, αλλά στη συνέχεια στέλνεται ξανά εξόριστος στην Ικαρία, αυτή τη φορά σε συνθήκες πειθαρχηµένης διαβίωσης για λίγους μήνες, όπου γράφει το έργο «Ελεγείο και θρήνος στον Βασίλη Ζάννο» στη μνήμη του Βασίλη Ζάννου που εκτελέστηκε το 1948. Έπειτα στέλνεται στο στρατόπεδο της Μακρονήσου όπου βασανίζεται μέχρι παράλυσης.

Σύμφωνα με κάποιες πηγές, στις 18 Απριλίου 1949 κάνει δήλωση μετανοίας, ενώ ο ίδιος το έχει αρνηθεί. Μετά από παρέμβαση του πατέρα και του θείου του, ανώτερων κρατικών υπαλλήλων, απολύεται ως ανάπηρος.

Σπουδές στο Παρίσι

Ο Θεοδωράκης στο Παρίσι το 1967

Στα τέλη του 1949 στέλνεται στα Χανιά όπου και αναρρώνει. Το 1950 όμως επιστρέφει στην Αθήνα από όπου αποφοιτά από το Ωδείο με δίπλωμα στην αρμονία. Ύστερα υπηρετεί το υπόλοιπο της θητείας σε Αλεξανδρούπολη, Αθήνα και Χανιά. Το 1950 αποπειράται να αυτοκτονήσει λόγω των συνεχών προκλήσεων που αντιμετώπιζε, όμως γλύτωσε τον κίνδυνο και το 1951 απολύεται οριστικά από τον στρατό. Το 1954 μεταναστεύει με κρατική υποτροφία στο Παρίσι όπου εγγράφεται στο Ωδείο (γαλλική ονομασία Conservatoire) και σπουδάζει με τον Ολιβιέ Μεσιάν, για σύντομο χρονικό διάστημα, μουσική ανάλυση, καθώς επίσης και διεύθυνση ορχήστρας με τον Εζέν Μπιγκό. Συνθέτει μουσική για το μπαλέτο της Λουντμίλα Τσέρινα, το Κόβεντ Γκάρντεν, το Μπαλέτο της Στουτγάρδης και επίσης για τον κινηματογράφο. Το 1957 του απονέμεται το πρώτο βραβείο του Φεστιβάλ της Μόσχας από τον Σοστακόβιτς για το έργο του Σουίτα No 1 για πιάνο και ορχήστρα. Συγχρόνως συνθέτει πολλά έργα συμφωνικής μουσικής και μουσικής δωματίου.

Επιστροφή στην Ελλάδα

Ο Μίκης Θεοδωράκης λίγο μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1961

Το 1960 επιστρέφει στην Ελλάδα.[56] Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ηχογραφείται για πρώτη φορά ο Επιτάφιος, που ανοίγει έναν καινούργιο δρόμο για το ελληνικό τραγούδι, όχι μόνο γιατί σηματοδοτεί μία ουσιαστική αλλαγή στη μουσική φόρμα, αλλά γιατί παντρεύει τη σύγχρονη λαϊκή μουσική με τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, και το ευρωπαϊκό έντεχνο στοιχείο με το ελληνικό λαϊκό στοιχείο. Η πρώτη εκδοχή του Επιτάφιου του Γιάννη Ρίτσου (γράφτηκε το 1958) ηχογραφήθηκε από τη Νάνα Μούσχουρη σε ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας Μάνου Χατζιδάκι.

Την ίδια χρονιά ο Μίκης Θεοδωράκης αρχίζει και, σχεδόν, τελειώνει το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη. “Εν τούτοις δεν βιάστηκα να το παρουσιάσω, όπως λέει και ο ίδιος στο βιβλίο του “Μουσική για τις μάζες”, γιατί διαισθανόμουνα ότι το ελληνικό κοινό δεν ήταν ακόμη ώριμο για να το δεχτεί. Η πρώτη εκτέλεσή του έγινε στα τέλη του 1964″. Το 1960, επίσης, ο Μίκης Θεοδωράκης γράφει τη μουσική για τα Επιφάνεια, σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη, και συνθέτει δεκάδες κύκλους τραγουδιών που βρίσκουν βαθύτατη απήχηση στην Ελλάδα. Ιδρύει τη Μικρή Συμφωνική Ορχήστρα Αθηνών και δίνει πολλές συναυλίες στη χώρα προσπαθώντας να εξοικειώσει τον κόσμο με τη συμφωνική μο

Το 1963 μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη ιδρύεται η «Νεολαία Λαμπράκη», της οποίας εκλέγεται πρόεδρος. Στις εκλογές του 1964 εκλέγεται βουλευτής της ΕΔΑ στην Β΄ Πειραιώς και την ίδια χρονιά αποκτά διεθνή αναγνώριση με τη σύνθεση της μουσικής για την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη, Αλέξης Ζορμπάς (Zorba the Greek).

Χρόνια της Δικτατορίας

Ο Μίκης Θεοδωράκης το 1972.

 

 

Την 21η Απριλίου του 1967 περνάει στην παρανομία και απευθύνει την πρώτη έκκληση για αντίσταση κατά της Δικτατορίας στις 23 Απριλίου. Τον Μάιο του 1967 ιδρύει, μαζί με άλλους, την πρώτη αντιστασιακή οργάνωση κατά της Δικτατορίας, το Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ), ή Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο, που ιδρύθηκε στα τέλη Απριλίου 1967, αρχικά ως Πατριωτικό Μέτωπο (ΠΜ) και εκλέγεται πρόεδρός του.

Συλλαμβάνεται τον Αύγουστο του 1967. Ακολουθεί η φυλάκισή του στην Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφάλειας Αθηνών, στη οδό Μπουμπουλίνας 18, η απομόνωση, οι φυλακές Αβέρωφ, η μεγάλη απεργία πείνας, το νοσοκομείο, η αποφυλάκιση και ο κατ’ οίκον περιορισμός, η εκτόπιση με την οικογένειά του στη Ζάτουνα Αρκαδίας, και τέλος στις φυλακές Ωρωπού, οι οποίες είχαν μετατραπεί από τη δικτατορία σε στρατόπεδο συγκέντρωσης αντιφρονούντων. Πολλά από τα καινούργια έργα του καταφέρνει με διάφορους τρόπους να τα μεταβιβάσει στο εξωτερικό, όπου τραγουδιούνται από τη Μαρία Φαραντούρη και τη Μελίνα Μερκούρη.

Στις φυλακές Ωρωπού η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε. Στο εξωτερικό ξεσηκώνεται θύελλα διαμαρτυριών. Προσωπικότητες, όπως οι Ντμίτρι Σοστακόβιτς, Άρθουρ Μίλερ, Λώρενς Ολίβιε, Υβ Μοντάν και άλλοι, δημιουργούν επιτροπές για την απελευθέρωσή του. Τελικά, υπό την πίεση αυτή αποφυλακίζεται και ταξιδεύει στο Παρίσι τον Απρίλιο του 1970, έπειτα από αίτημα του γάλλου πολιτικού Ζαν-Ζακ Σερβάν-Σρεμπέρ. Η πτήση του Θεοδωράκη έφυγε μυστικά από ιδιωτικό αεροδρόμιο του Ωνάση έξω από την Αθήνα. Έφτασε στο αεροδρόμιο Λε Μπουρζέ όπου συναντήθηκε με τον Κώστα Γαβρά, την Μελίνα Μερκούρη και τον Ζυλ Ντασέν. Ο Θεοδωράκης νοσηλεύτηκε μετά την άφιξη του καθώς έπασχε από φυματίωση. Η σύζυγός του και τα παιδιά του έφτασαν στη Γαλλία μια εβδομάδα αργότερα, αναχωρώντας από την Ελλάδα για την Γαλλία μέσω της Ιταλίας. Στο εξωτερικό απευθύνει νέο κάλεσμα για την πτώση της δικτατορίας και την επαναφορά της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Συνθέτει κάποια τραγούδια τα οποία ηχογραφεί σε στούντιο στο Λονδίνο το 1971 και κυκλοφορούν ως “Τα τραγούδια του Αγώνα”. Συμμετείχε σε διάφορα ελληνόφωνα προγράμματα της Ντόιτσε Βέλε, με τα οποία επικοινωνούσε με τους Έλληνες μέσω των απαγορευμένων τραγουδιών του και τις πολιτικές απόψεις του. Έδωσε πολλές συναυλίες στη Γερμανία και άλλες χώρες, περίπου χίλιες κατά την Χούντα, οι οποίες συγκέντρωναν πολύ κόσμο και οι δηλώσεις του τύγχαιναν μεγάλη υποστήριξη.

Το 1971, ο Θεοδωράκης προσκλήθηκε στην Χιλή από τον τότε πρόεδρο Σαλβαδόρ Αλιέντε. Στο Βαλπαραίσο άκουσε μια ομάδα νεαρών ανθρώπων που τον εισήγαγαν σε μέρος του έργου του ποιητή Πάμπλο Νερούδα. Ο Θεοδωράκης εντυπωσιάστηκε και υποσχέθηκε να δώσει στη Χιλή τη μουσική του άποψη για το Canto General. Στο Παρίσι, το 1972 ο Θεοδωράκης γνώρισε τον Νερούδα όταν ο Θεοδωράκης πρόβαρε την μελοποίηση του Canto General. Ο Νερούδα εντυπωσιάστηκε και του ζήτησε να συμπεριλάβει κι’άλλα ποιήματα όπως τα “Lautaro” και “A Emiliano Zapata”.

Το 1972 επισκέπτεται το Ισραήλ δίνοντας συναυλίες και συναντάται με τον Γιασέρ Αραφάτ, στον οποίο επιδίδει το μήνυμα της ισραηλινής κυβέρνησης και προσπαθεί να τον πείσει να αρχίσει συζητήσεις με την άλλη πλευρά.

Τον υποδέχθηκαν ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, ο Τίτο, ο Γιγκάλ Αλόν και ο Γιασέρ Αραφάτ. Έγινε φίλος με τον Φρανσουά Μιτεράν, τον Ούλωφ Πάλμε και τον Βίλι Μπραντ. Για εκατομμύρια άτομα, ο Θεοδωράκης ήταν σύμβολο αντίστασης κατά της Χούντας μαζί με την Μελίνα Μερκούρη.

Μεταπολίτευση

Το 1974 με την πτώση της Δικτατορίας γυρίζει στην Ελλάδα. Δίνει πολλές συναυλίες τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό μαζί με τη Μαρία Φαραντούρη. Παράλληλα συμμετέχει στα κοινά είτε ως απλός πολίτης, είτε ως βουλευτής τις περιόδους 1981-86 (Κ.Κ.Ε.) και 1989-92 (Ν.Δ., Ανεξάρτητος) είτε ως υπουργός Επικρατείας (1990-92), θέσεις από τις οποίες τελικά παραιτείται.

Το 1976 ιδρύει το Κίνημα «Πολιτισμός της Ειρήνης» και δίνει διαλέξεις και συναυλίες σ’ όλη την Ελλάδα. Το 1983 του απονέμεται το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη.

Το 1986 γίνεται πραγματικότητα η δημιουργία επιτροπών ελληνοτουρκικής φιλίας στην Ελλάδα με πρόεδρο τον ίδιο και στην Τουρκία με τη συμμετοχή γνωστών πνευματικών ανθρώπων όπως ο Αζίζ Νεσίν, ο Γιασάρ Κεμάλ και ο Ζιλφί Λιβανελί. Ο Θεοδωράκης δίνει πολλές συναυλίες στην Τουρκία, που τις παρακολουθούν κυρίως νέοι με συνθήματα υπέρ της φιλίας μεταξύ των δύο λαών. Αργότερα παίζει και πάλι το ρόλο του άτυπου πρεσβευτή ειρήνης, μεταφέροντας μηνύματα των Ελλήνων πρωθυπουργών, του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη προς την τουρκική κυβέρνηση. Επίσης το 1986, μετά την πυρηνική καταστροφή στο Τσερνομπίλ, πραγματοποιεί μεγάλη περιοδεία με συναυλίες σ’ όλη την Ευρώπη κατά της ατομικής ενέργειας. Το 1988 διοργανώνονται στην τότε Δυτική Γερμανία με δική του πρωτοβουλία δύο συνέδρια για την ειρήνη, στο Τύμπιγκεν και την Κολωνία. Συμμετέχουν πολιτικοί όπως ο Όσκαρ Λαφοντέν και ο Γιοχάνες Ράου, φιλόσοφοι όπως ο Φρίντριχ Ντίρενματ, συγγραφείς, πολιτειολόγοι και καλλιτέχνες. Εκεί έχει την ευκαιρία να αναπτύξει τη θεωρία του για τον ελεύθερο χρόνο και τη σημασία του στη διαμόρφωση ελεύθερων ανθρώπων.

Το 1989 βρέθηκε στο στόχαστρο της οργάνωσης “17 Νοέμβρη” και με κυβερνητική απόφαση, ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν ανάμεσα στους 200 Έλληνες με καθημερινή περιφρούρηση με σκοπό την προστασία του από πιθανό χτύπημα.

Ο Θεοδωράκης στην Ανατολική Γερμανία το 1989

Το 1990 δίνει 36 συναυλίες σ’ όλη την Ευρώπη υπό την αιγίδα της Διεθνούς Αμνηστίας. Συνεχίζει δίνοντας συναυλίες για την ηλιακή ενέργεια (υπό την αιγίδα της Εurosolar), κατά του αναλφαβητισμού, κατά των ναρκωτικών κτλ.

Παράλληλα αγωνίζεται και για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε άλλες χώρες και κυρίως στις γειτονικές Αλβανία (που την επισκέπτεται και ως Υπουργός για τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας) και Τουρκία. Ως πρόεδρος Διεθνούς Επιτροπής στο Παρίσι καταβάλλει προσπάθειες για την απελευθέρωση των Τούρκων ηγετών της αντιπολίτευσης Κουτλού και Σαργκίν, κάτι που τελικά πετυχαίνεται. Προτείνει τη διοργάνωση Πανευρωπαϊκού Συνεδρίου Ειρήνης στους Δελφούς και υποβάλλει στην κυβέρνηση σχέδιο για μια «Ολυμπιάδα του Πνεύματος». Ιδρύει επιτροπή συμπαράστασης και βοήθειας προς τον κουρδικό λαό.

Το 1993 αναλαμβάνει Γενικός Διευθυντής Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ, όμως παραιτείται τον επόμενο χρόνο. Το 1994 λαμβάνει τιμητικό διδακτορικό τίτλο από το Πανεπιστήμιο του Κεμπέκ.

Το 1994 εορτάσθηκε πανηγυρικά στο Όσλο η υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων, παρουσία των Πέρες και Αραφάτ, με την παρουσίαση του Μαουτχάουζεν με ερμηνεία από τη Μαρία Φαραντούρη -που στο μεταξύ έχει γίνει εθνικό τραγούδι του Ισραήλ- και του Ύμνου για την Παλαιστίνη που έγραψε ο Θεοδωράκης, ως αναγνώριση και της δικής του συμβολής στην υπόθεση της ειρήνης στην περιοχή αυτή. Επισκέπτεται επίσης την Αλγερία, Αίγυπτο, Τύνιδα, Λίβανο.

Τα επόμενα χρόνια παρουσιάζονται οι όπερές του Μήδεια (1991), Ηλέκτρα (1995) και Αντιγόνη (1999), ενώ παράλληλα αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα στο εξωτερικό και παίρνει δυναμικά θέση σε όλα τα σημαντικά γεγονότα της εποχής (ελληνοτουρκική φιλία, σεισμοί, Νατοϊκοί βομβαρδισμοί κατά της Γιουγκοσλαβίας, Υπόθεση Οτσαλάν, πόλεμος στο Αφγανιστάν, πόλεμος στο Ιράκ κτλ.). Το 2002 παρουσιάζεται η όπερά του Λυσιστράτη, ένας αληθινός ύμνος στην Ειρήνη.

Από το 1995 και για δέκα χρόνια, η τραγουδίστρια Αλέξια Βασιλείου υπήρξε μία από τις 4 κύριες φωνές της “Λαϊκής Ορχήστρας Μίκης Θεοδωράκης”, ενώ το 1998, κυκλοφορεί ο δίσκος «Αλέξια – Μίκης Θεοδωράκης», ένα διπλό άλμπουμ με 26 τραγούδια του κορυφαίου συνθέτη, με εμφανείς τζαζ επιρροές.

Τον Μάρτιο του 1997, έδωσε συναυλία στο Σπίτι των Πολιτισμών του Κόσμου στο Βερολίνο. Μετά νοσηλεύτηκε εξαιτίας προβλημάτων υγείας, όταν δήλωσε ότι αυτή ήταν η τελευταία του συναυλία.

Ύστερα χρόνια – Θάνατος

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, αποσύρθηκε και ασχολήθηκε με την ανάγνωση, τη συγγραφή, την έκδοση των παρτιτούρων του και δημοσίευσε κείμενα για τον πολιτισμό και την πολιτική. Δήλωσε την εναντίωση του στον πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου το 1999 και την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003. Το 2005 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης και Φιλίας Σοράνο, το Διεθνές Βραβείο Άγιος Ανδρέας ο Πρώτος της Ρωσίας και το έμβλημα του Μεγάλου Αξιωματούχου του Τάγματος της Τιμής από το Λουξεμβούργο. Τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Μουσικής της Ουνέσκο και το 2002 τιμήθηκε στη Βόννη με το βραβείο Έριχ Βόλφγκανγκ Κόρνγκολντ για τις μουσικές συνθέσεις για ταινίες στη διεθνή σχετική μπιενάλε της Βόννης. Το 2007, κέρδισε βραβείο Δια βίου κατορθώματος, μέρος των Παγκόσμιων Βραβείων Σάουντρακ της Γάνδης.

Στις 26 Φεβρουαρίου 2019, ο Θεοδωράκης νοσηλεύτηκε λόγω καρδιολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε και στις 8 Μαρτίου χειρουργήθηκε, όπου και του τοποθετήθηκε βηματοδότης. Έφυγε από την ζωή στις 2 Σεπτεμβρίου 2021 σε ηλικία 96 ετών στο σπίτι του στην Αθήνα, από καρδιακή ανακοπή.

Η σορός του εκτέθηκε σε τριήμερο λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών και στη συνέχεια ταξίδεψε με πλοίο στα Χανιά και τελικό προορισμό την κωμόπολη Γαλατάς, τόπο καταγωγής του. Με απόφαση της κυβέρνησης από τις 2 Σεπτεμβρίου κηρύχθηκε τριήμερο εθνικό πένθος ενώ, με ομόφωνη απόφασή του, το δημοτικό συμβούλιο της Αθήνας αποφάσισε να αποδοθεί το όνομα του Μίκη Θεοδωράκη σε οδό της πρωτεύουσας και να προκηρυχθεί καλλιτεχνικός διαγωνισμός για την δημιουργία προτομής του που θα τοποθετηθεί σε κεντρικό σημείο της πόλης.

Στην τελετή αποχαιρετισμού του, στην Μητρόπολη Αθηνών, μίλησαν για το έργο και τους αγώνες του η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου και ο γενικός γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας, αφού ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης είχε ζητήσει, με την πολιτική διαθήκη του, να γίνει σεβαστή η κομμουνιστική ιδεολογία του και οι αγώνες του για την ενότητα των Ελλήνων. Παρόντες ήταν σύσσωμη η πολιτική ηγεσία του τόπου και χιλιάδες λαού που τον συντρόφευσαν κάθε λεπτό που παρέμεινε η σορός του στο παρεκκλήσι του Αγίου Ελευθερίου. Το βράδυ της ίδιας ημέρας η σορός του Μίκη αναχώρησε με πλοίο, όπως ο ίδιος επιθυμούσε, για τα Χανιά με πλήθος κόσμου να τον αποχαιρετά στο λιμάνι του Πειραιά και την Φιλαρμονική Ορχήστρα του Δήμου της πόλης να παιανίζει τις μελωδίες του. Στα Χανιά τον υποδέχτηκαν οι σύντεκνοί του, καθώς και 96 βρακοφόροι όσοι και τα χρόνια του, όπου η σορός εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στον Μητροπολιτικό Ναό της πόλης. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου, στον Γαλατά, παρουσία της πολιτειακής και πολιτικής ηγεσίας και στη συνέχεια η σορός του, εν πομπή, οδηγήθηκε στο κοιμητήριο της κωμόπολης και στην τελευταία κατοικία του, δίπλα στους γονείς και τον αγαπημένο αδερφό του, ποιητή Γιάννη Θεοδωράκη, όπως ήταν και η τελευταία επιθυμία του.

Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε μεγάλη αγάπη για το ποδόσφαιρο και τον Ολυμπιακό. Ο Θεοδωράκης είχε τιμητικά πτυχία από πολλά πανεπιστήμια του εξωτερικού.

Πολιτική δραστηριότητα

Ο Μίκης Θεοδωράκης εκλέγεται για πρώτη φορά βουλευτής στις εκλογές του 1964 στην Εκλογική περιφέρεια Β΄ Πειραιώς με την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά. Το 1974 θέτει υποψηφιότητα με το ψηφοδέλτιο της Ενωμένης Αριστεράς στην ίδια περιφέρεια, όμως δεν κατάφερε να εκλεγεί. Έλαβε 6.345 σταυρούς προτίμησης και κατέλαβε την τρίτη θέση ανάμεσα σε 8 υποψηφίους. Ο συνδυασμός κατέκτησε μία έδρα.

Το 1978, μετά από πρόταση που δέχτηκε, αποφάσισε να θέσει υποψηφιότητα για τη δημαρχία της Αθήνας, υποστηριζόμενος από το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Ο συνδυασμός του έλαβε 59.428 ψήφους (ποσοστό 16,32%) καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση, πίσω από τους συνδυασμούς των Γιώργου Πλυτά και Δημήτρη Μπέη.

Το 1981 καταφέρνει να εκλεγεί βουλευτής στην εκλογική περιφέρεια της Βʹ Πειραιά με το ψηφοδέλτιο του Κ.Κ.Ε, λαμβάνοντας 13.785 σταυρούς προτίμησης, πρώτη θέση ανάμεσα σε 10 υποψήφιους (μοναδική έδρα για το κόμμα στη συγκεκριμένη περιφέρεια). Επανεξελέγη το 1985, αυτή τη φορά τοποθετημένος στην πρώτη θέση του Κ.Κ.Ε στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας. Τον Μάιο του 1986 σε συνέντευξή τύπου στην Κολωνία ανακοίνωσε πως παραιτείται από βουλευτής, επειδή η Βουλή αδυνατεί να φέρει τις πολιτικές αλλαγές που χρειάζονται. Διευκρίνισε πως παραμένει μέλος του ΚΚΕ και ότι θα συνεχίσει να εργάζεται για την πολιτική αλλαγή σαν απλός πολίτης.

Τον Νοέμβριο του 1989 εξελέγη βουλευτής, με το ψηφοδέλτιο Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας. Το 1990 ήταν υποψήφιος βουλευτής στην τρίτη θέση του ψηφοδελτίου Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας, και εξελέγη, Διατέλεσε Υπουργός Επικρατείας στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, μέχρι την παραίτησή του την 1η Απριλίου 1992.

Την 1η Δεκεμβρίου 2010 ο Μίκης Θεοδωράκης ανακοίνωσε την ίδρυση Κινήματος Ανεξάρτητων Πολιτών με την ονομασία «Σπίθα». Το Σεπτέμβριο του 2013 αποφάσισε με επιστολή του να αποστρατευτεί από τη «Σπίθα».[107]

Το 2015, κατά την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση αρχικά διάκειται ευνοϊκά προς αυτή, αλλά στη συνέχεια της άσκησε έντονη κριτική. Στο Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 τάχθηκε υπέρ του Όχι.

Την ημέρα του θανάτου του, ο γενικός γραμματέας της Κ.Ε. του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας, δημοσιοποίησε επιστολή του Μίκη προς τον ίδιο με ημερομηνία 5 Οκτωβρίου 2020. Σε αυτήν ανέφερε χαρακτηριστικά: «Τώρα στο τέλος της ζωής μου, την ώρα των απολογισμών, σβήνουν απ’ το μυαλό μου οι λεπτομέρειες και μένουν τα “Μεγάλα Μεγέθη”. Έτσι βλέπω ότι τα πιο κρίσιμα, τα δυνατά και τα ώριμα χρόνια μου τα πέρασα κάτω από τη σημαία του ΚΚΕ. Για το λόγο αυτό θέλω να αφήσω αυτόν τον κόσμο σαν κομμουνιστής». Του ζήτησε, επίσης, να επιληφθεί προσωπικά ώστε να γίνει σεβαστή όχι μονάχα η ιδεολογία του αλλά και οι αγώνες του για την ενότητα των Ελλήνων.