Mύκητας candida auris: Απειλή για επικίνδυνες λοιμώξεις στα νοσοκομεία

Στο προσκήνιο έρχεται με ένταση η απειλή των νοσοκομειακών λοιμώξεων από πολυανθεκτικά παθογόνα, με νέους αναδυόμενους «εχθρούς» να προβληματίζουν τους γιατρούς.

Ήδη, ο «επίμονος» και επικίνδυνος μύκητας candida auris έχει κάνει την εμφάνισή του σε νοσοκομεία του λεκανοπεδίου, με ειδικούς να κάνουν λόγο για «ένα πρόβλημα σε εξέλιξη, που θα το βρούμε μπροστά μας».

Στα νεότερα δεδομένα στον τομέα των λοιμώξεων, στην πορεία της COVID-19 αλλά και στις επιπτώσεις της στην εξέλιξη άλλων απειλών στον χώρο της υγείας αναφέρθηκαν χθες οι εκπρόσωποι της Ελληνικής Εταιρείας ΛοιμώξεωνΣωτήρης Τσιόδρας, Νίκος Σύψας, Βασίλειος Παπασταμόπουλος, Αικατερίνη Αργυράκη, Συμεών Μεταλλίδης, Μαρία Χίνη και Αθανάσιος Μίχος, με αφορμή το 21ο Πανελλήνιο Συνέδριο Λοιμώξεων που διοργάνωσε η Εταιρεία και πραγματοποιείται αυτές τις ημέρες στην Αθήνα (5-8 Μαΐου, ξενοδοχείο Caravel). Ο καθηγητής Νίκος Σύψας έκανε λόγο για «έκρηξη» κατά τη διάρκεια της πανδημίας βακτηριαιμιών από πολυανθεκτικά μικρόβια στα νοσοκομεία της χώρας μας, που ούτως ή άλλως είναι στις πρώτες χώρες της Ευρώπης όσον αφορά τις νοσοκομειακές λοιμώξεις και την υπερκατανάλωση αντιβιοτικών. Ο λόγος της επιδείνωσης της κατάστασης είναι ότι οι υπεύθυνοι για την επιτήρηση των νοσοκομειακών λοιμώξεων και της χρήσης των αντιβιοτικών κατά τη διάρκεια της πανδημίας απασχολήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά με την COVID-19, με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθούν τα υπόλοιπα προγράμματα.

 

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, σε νοσοκομεία της Αττικής εντοπίστηκαν και περιστατικά λοιμώξεων από ένα «αναδυόμενο» πολυανθεκτικό παθογόνο, τον μύκητα candida auris, ο οποίος αποτελεί πρόβλημα για πολλά νοσοκομεία ανά τον κόσμο, προκαλεί υψηλό ποσοστό θνητότητας και εφόσον εντοπιστεί σε μια μονάδα είναι πολύ δύσκολο να «εκριζωθεί» από τον χώρο. Σύμφωνα με τον καθηγητή, όλα τα νοσοκομεία του λεκανοπεδίου έχουν αναφέρει από ένα τουλάχιστον περιστατικό. «Το πρόβλημα το γνωρίζουμε, το μελετάμε. Εχει δημιουργηθεί task force που παρακολουθεί το φαινόμενο», σημείωσε ο καθηγητής, ο οποίος πρόσθεσε ότι λαμβάνονται αυστηρά μέτρα και ότι δεν πρέπει να πανικοβαλλόμαστε.

Ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας, εστιάζοντας στην πανδημία, τόνισε ότι είναι απαραίτητο να συνεχιστεί η προσπάθεια εμβολιαστικής κάλυψης όλου του πληθυσμού. Οπως είπε, τα εμβόλια για την COVID-19 είχαν σώσει έως τα τέλη Απριλίου τουλάχιστον 39.000 ζωές, με τις τρεις δόσεις να έχουν μεγαλύτερο ρόλο στην πρόληψη της νόσου έναντι των δύο δόσεων. Ο ίδιος ανέφερε ότι η πλειονότητα του πληθυσμού έχει έρθει σε επαφή με τον ιό και ότι το φαινόμενο της υβριδικής ανοσίας, όπως ονομάζεται η ανοσία από νόσηση και εμβολιασμό, αναμένεται να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο το καλοκαίρι και στην προσπάθειά μας για επάνοδο στην κανονικότητα. Ο κ. Τσιόδρας δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να δούμε νέα έξαρση της πανδημίας τον προσεχή χειμώνα, ενώ χαρακτήρισε αναπόφευκτο να εμφανιστούν και νέα στελέχη του ιού. «Δεν σημαίνει ότι η νόσος θα είναι πιο επικίνδυνη, σημαίνει ότι θα συνεχίσουμε την επαγρύπνηση».

Αναφερόμενος στο μέλλον μας με τις μάσκες, επισήμανε ότι «η άποψή μου είναι σαφής: οι άνθρωποι χαμηλού κινδύνου σιγά σιγά θα περάσουν σε ένα καθεστώς που δεν θα χρησιμοποιούν τη μάσκα. Η μάσκα θα χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους αυξημένου κινδύνου σε περιόδους αυξημένης μετάδοσης του ιού, σε χώρους αυξημένης μετάδοσης του ιού και θα είναι μια συνειδητή ελεύθερη επιλογή».

 

Αίτημα ενίσχυσης του ΕΣΥ με λοιμωξιολόγους

«Το μέλλον είναι ολίγον ζοφερό. Οι πανδημίες δεν τελειώνουν. Καινούργια παθογόνα έρχονται μπροστά μας. Περιβαλλοντικοί και άλλοι παράγοντες, όπως πόλεμοι και μετακινήσεις πληθυσμού, θα μας κάνουν, δυστυχώς, επίκαιρους για πολλά χρόνια ακόμα», τόνισε χθες η λοιμωξιολόγος, μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Λοιμώξεων, Μαρία Χίνη, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης με αφορμή το 21ο Πανελλήνιο Συνέδριο Λοιμώξεων (5-8 Μαΐου, ξενοδοχείο Caravel). Οπως σημείωσε, «πρέπει να έχουμε στήριξη από την πολιτεία όσον αφορά τη στελέχωση των μονάδων λοιμώξεων και την ενίσχυση των επιτροπών νοσοκομειακών λοιμώξεων, αλλά και για την προσέλευση νέων γιατρών στην εξειδίκευσή μας». Ενδεικτικό της ανάγκης για καλύτερη στελέχωση των νοσοκομείων είναι το ότι προγράμματα παρακολούθησης ασθενών με HIV στις μονάδες λοιμώξεων έμειναν πίσω και οι διαγνώσεις νέων περιστατικών μειώθηκαν μέσα στην πανδημία, γεγονός που οφείλεται εν πολλοίς στο ότι όλοι οι λοιμωξιολόγοι του ΕΣΥ ρίχτηκαν στη μάχη με τον κορωνοϊό. Για τον ίδιο λόγο, η επιτήρηση των νοσοκομειακών λοιμώξεων και τα προγράμματα για ορθολογική χρήση αντιβιοτικών ατόνησαν.