Να ιδρυθεί Εθνικός Οργανισμός Αντιπυρικού Σχεδιασμού και Προστασίας

του Γιάννη Τρουγκάκου*

Όπως όλοι, έτσι και εγώ παρακολουθώ με μεγάλη θλίψη και αγωνία την εξελισσόμενη καταστροφή που αφορά τις (ακόμη σε εξέλιξη) δασικές πυρκαγιές στη χώρα μας. Παράλληλα, ήδη έχει ξεκινήσει η συζήτηση για τα αίτια, τις πιθανές αστοχίες του κρατικού μηχανισμού στις φάσεις της πρόληψης και της πυρόσβεσης, αλλά και για τις μελλοντικές δράσεις για να μην ξαναζήσουμε παρόμοιες καταστροφές.

Με το παρόν άρθρο θα ήθελα να συνεισφέρω με λίγες σκέψεις στην υπό εξέλιξη συζήτηση για ένα πρόβλημα (δασικές πυρκαγιές) το οποίο πιθανότατα θα μεγεθυνθεί (βλ. και κλιματική αλλαγή) στη χώρα μας τα επόμενα χρόνια. Φυσικά υπάρχουν άλλοι πολύ πιο ειδικοί από εμένα συνάδελφοι στο συγκεκριμένο πεδίο της επιστήμης, οι οποίοι είμαι σίγουρος ότι θα αναπτύξουν λεπτομερώς το πρόβλημα. Οπότε πέραν από κάποιες αναφορές σε βασικές έννοιες θεμάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης – οικολογίας που διδάσκονται οι φοιτητές μας ήδη από τα πρώτα έτη των σπουδών τους στο Τμήμα Βιολογίας του ΕΚΠΑ, και κάποια στατιστικά από διεθνείς οργανισμούς, το παρόν σημείωμα προέρχεται κυρίως από κάποιον που έχει μεγαλώσει σε χωριό (Μυστράς, Λακωνίας) και για τον οποίο αυτά που συμβαίνουν είναι πραγματικά ακατανόητα και ενδεικτικά του πόσο έχουμε χάσει την επαφή με τη φύση ή ίσως νιώθουμε άτρωτοι απέναντι στα φυσικά φαινόμενα.

Ας δούμε λοιπόν συνοπτικά τα δεδομένα (διάγνωση):

1. Η φωτιά είναι μέρος του κύκλου ζωής των μεσογειακών οικοσυστημάτων και ειδικότερα του πευκοδάσους για χιλιάδες έτη. Τα πεύκα επιστρέφουν στο οικοσύστημα με ενεργοποίηση της φύτρωσης των σπόρων τους και τα κουκουνάρια με τα σπέρματα δεν ανοίγουν, αν δεν καούν. Αρα το ερώτημα για ένα ώριμο πευκοδάσος δεν είναι το «αν» αλλά μάλλον το «πότε» θα καεί.

2. Η διαδικασία των αναδασώσεων (κυρίως με τη «μονοκαλλιέργεια» του πεύκου) έπειτα από πυρκαγιά παρακάμπτει τη φυσική αναγέννηση του οικοσυστήματος, η οποία συνήθως οδηγεί σε ταχεία ανασύσταση και επανάκαμψη των ειδών.

3. Τις τελευταίες δεκαετίες, δεδομένης της έντονης αστικοποίησης και της σημαντικής μείωσης της βόσκησης, υπάρχει πολύ μεγάλη αύξηση της φυτικής μάζας σε όλη τη χώρα αλλά και γενικότερα στην υποτροπική ζώνη (βλ. Song et al., 2018. Global land change from 1982 to 2016. Nature 2018, 560, 639-643.). Ειδικότερα, οι συγγραφείς αυτοί αναφέρουν ότι «παρά την επικρατούσα άποψη ότι οι δασικές εκτάσεις έχουν παγκοσμίως μειωθεί, η κάλυψη με δένδρα έχει αυξηθεί από το 1982 μέχρι το 2016 κατά 7,1% ή κατά 2,24 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα». Στην αύξηση αυτή συνεισφέρει (μεταξύ άλλων) και η σημαντική αύξηση της δενδροκάλυψης στην υποτροπική ζώνη.

4. Οπως αναφέρεται στο Global Forest watch ή στο Forest Information System for Europe (FISE), η δασοκάλυψη στην πατρίδα μας ανέρχεται σε πάνω από 28,5% της συνολικής έκτασης της χώρας. Το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί σημαντικά από το 1990 μέχρι το 2020 (πηγή: FISE, INForest) με παράλληλη σημαντική αύξηση και της βιομάζας.

5. Φυσικά για κάποιον που διασχίζει τα τελευταία 35 χρόνια όλη την Πελοπόννησο (Αθήνα – Μυστράς) είναι προφανές το πόσο έχει αυξηθεί η φυτική βιομάζα (δεν αφορά κατ’ ανάγκην δάσος) στα βουνά μας. Αρκεί να συγκρίνει κάποιος αεροφωτογραφίες του 1980 με αντίστοιχες του 2021. Αρα μιλάμε για τρομακτική συσσώρευση καύσιμης ύλης.

Τα παραπάνω οδηγούν στα εξής (το πρόβλημα):

1. Επειτα από έντονες ζεστές – ξηρές περιόδους (βλ. και κλιματική αλλαγή) θα μιλάμε όλο και πιο συχνά για «μεγα-πυρκαγιές» (ίσως και «πυρκαγιές 6ης γενιάς», όπως αναφέρει το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Δασών), οι οποίες θα είναι αδύνατον να σβήσουν έγκαιρα όσα τεχνητά μέσα και να διαθέτουμε. Αυτές οι πυρκαγιές θα δοκιμάζουν τις υποδομές, τον κρατικό μηχανισμό και το φρόνημα του λαού και φυσικά θα απαιτούν όλο και πιο πολλούς πόρους από το ΑΕΠ της χώρας για την αποκατάσταση των καταστροφών.

2. Ως αποτέλεσμα των πολύ πυκνών δασών θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να σωθούν χωριά/οικισμοί (δεν αναφέρομαι σε απομονωμένα σπίτια μέσα στο δάσος) που ουσιαστικά είναι συνέχεια του (πεύκο-) δάσους (βλ. Βαρυμπόμπη, Ιπποκράτειος Πολιτεία, κ.λπ.).

3. Αυτό φαίνεται να το ξεχνούν συστηματικά οι σύγχρονοι συμπολίτες μας, αλλά είναι κάτι που γνώριζαν πολύ καλά οι παλαιότεροι στα χωριά μας, όπου ίσχυε ότι «αν το χωριό μας δεν είναι “γουλί” (δηλαδή καθαρό από φυτική μάζα) με την πρώτη φωτιά θα καούμε». Ετσι φτάσαμε (καλώς) να εκκενώνουμε περιοχές με χιλιάδες κατοίκους, αφού πλέον το δάσος και ο οικιστικός χώρος είναι ένα συνεχές.

Πιθανές βραχυ-/μεσο-πρόθεσμες δράσεις (φυσικά εδώ οι πιο ειδικοί θα προσθέσουν πολλά ακόμη…):

1. Ολες οι καμένες περιοχές κηρύσσονται προστατευόμενες και «αναδασωτέες» μέσω (κυρίως) φυσικής αναγέννησης με παράλληλη απαγόρευση βόσκησης. Ελαχιστοποιημένες ανθρώπινες παρεμβάσεις και εστίαση σε αντι-διαβρωτικά, -πλημμυρικά έργα, κ.λπ. Ας αφήσουμε τη φύση να κάνει τη δουλειά (ίσως με μια μικρή «επίβλεψη – βοήθεια» από ειδικούς) που κάνει για χιλιάδες χρόνια.

2. Καθαρισμός – αποψίλωση όλων των χωριών/οικιστικών περιοχών και αρχαιολογικών χώρων/σημαντικών μνημείων με ευθύνη των αρμοδίων φορέων (ΟΤΑ, αρχαιολογική υπηρεσία, δασαρχείο, κ.ά.) από φυτική μάζα, πεύκα και ό,τι άλλο μπορεί να αποτελέσει καύσιμη ύλη. Λόγω εντοπιότητας θα αναφερθώ στο εντυπωσιακό πευκοδάσος μέσα(!!) στον λόφο της βυζαντινής καστροπολιτείας του Μυστρά (μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO) για την οποία δεν γνωρίζω τι μέλλει γενέσθαι σε περίπτωση (ο μη γένοιτο) πυρκαγιάς.

3. Δημιουργία αντι-πυρικών ζωνών γύρω από κάθε χωριό/οικισμό. Ηδη αυτό άκουσα ότι προσπαθούν να κάνουν οι κάτοικοι της Β. Εύβοιας με τις πυροσβεστικές δυνάμεις προκειμένου να σώσουν τα χωριά τους. Η δημιουργία αντι-πυρικών ζωνών σε πυκνά δάση όταν τέτοιας έντασης – έκτασης πυρκαγιές περνούν (χωρίς δυνατό αέρα) την εθνική οδό δεν νομίζω ότι θα προσφέρει πολλά.

4. Εκστρατεία ενημέρωσης για τις εκτός οικισμών οικίες (ουσιαστικά διάσπαρτες μέσα στο δάσος) ότι όποιος πολίτης θέλει να καθαρίσει από τη φυτική μάζα/δένδρα το οικόπεδό του μπορεί να το πράξει. Παρ’ όλα αυτά σε περίπτωση πυρκαγιάς οι οικίες αυτές παραμένουν άκρως ευάλωτες.

5. Ενίσχυση όλων των αρμοδίων επιστημονικών φορέων, και φυσικά των δασαρχείων, προκειμένου με τους κατάλληλους πόρους να σχεδιάσουν και να εκτελέσουν στο άμεσο προσεχές διάστημα ό,τι απαιτείται για την αποτελεσματική διαχείριση – διαφύλαξη των δασών της πατρίδας μας.

Τελειώνοντας θα ήθελα να προτείνω ότι, όπως υπάρχει ο Οργανισμός Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας με έναν από τους καλύτερους αντισεισμικούς κανονισμούς διεθνώς, είναι καιρός πλέον να ιδρυθεί (σε μια χώρα με ετήσιο κύκλο δασικών πυρκαγιών) Εθνικός Οργανισμός Αντιπυρικού Σχεδιασμού και Προστασίας. Ο οργανισμός αυτός, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα υπάρχοντα επιστημονικά δεδομένα, θα αναλάβει να συντάξει τον νέο πρωτότυπο (πιστεύω σε διεθνές επίπεδο) Εθνικό Αντιπυρικό Κανονισμό (2022-2030).

* Ο κ. Γιάννης Τρουγκάκος είναι καθηγητής στο Τμήμα Βιολογίας του ΕΚΠΑ.