Ο Κώστας Λογαράς μίλησε για το νέο του βιβλίο “Όταν βγήκε απ’ τη σκιά”

Ο Πατρινός συγγραφέας Κώστας Λογαράς μίλησε στον δημοσιογράφο και συγγραφέα Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη στο diastixo.gr για το νέο του μυθιστόρημα με τίτλο «Όταν βγήκε απ’ τη σκιά» που κυκλοφορεί από τα τέλη του περασμένου Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Ο Κώστας Λογαράς που έχει γεννηθεί στην Πάτρα το 1950 και ακολουθεί μία συνεπή πορεία στο χώρο της λογοτεχνίας από τις αρχές του ’80, έχοντας γράψει ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο, θέατρο και επιφυλλίδες, μίλησε για τους ήρωες του νέου του βιβλίου που ήδη έχει κερδίσει το αναγνωστικό κοινό, τον μηχανικό Ερρίκο Μαλτέζο και τη γυναίκα του Μαρυλλίδα.

Ανάμεσα στα πολύ ενδιαφέροντα που λέει ο κ. Λογαράς είναι και η συμβουλή που θα έδινε σ’ ένα νέο λογοτέχνη. «Την ίδια συμβουλή που έδωσε σε μένα ο Γιώργος Ιωάννου όταν ήμουν 32 χρονών και ο μεγάλος συγγραφέας πρωτοδιάβασε κείμενά μου: “Δουλειά, δουλειά, δουλειά. Μη νοιάζεσαι να γίνεις γνωστός από τώρα. Θα ’ρθει κι η αναγνώριση”».

Η συνέντευξη του κ. Λογαρά στο diastixo.gr είναι η ακόλουθη:

Ο αρχιτέκτονας μηχανικός Ερρίκος Μαλτέζος είναι υπεύθυνος για τη διάνοιξη δρόμων στην ορεινή Μακεδονία. Είναι τόσο σημαντικό πρόσωπο, ώστε να αποτελέσει τον ήρωα του μυθιστορήματος Όταν βγήκε απ’ τη σκιά;

Ο Μαλτέζος είναι ο αρνητικός ήρωας του μυθιστορήματος. Ένθερμος υποστηρικτής προοδευτικών απόψεων, που όμως στις διαπροσωπικές του σχέσεις, στην κοινωνική ζωή, στις «πολιτιστικές» του δραστηριότητες εφαρμόζει αυταρχικές συμπεριφορές. Με αποκορύφωμα την πολιτική, όπου εμπλέκεται ενεργά αναλαμβάνοντας θέσεις εξουσίας. Είναι κήρυκας «ανθρωπιστικών ιδεωδών» αλλά μόνο στη θεωρία, στην πράξη ιδιοτελής και καιροσκόπος, αποτελεί την επιτομή ενός χειριστικού ανθρώπου με ακόρεστη δίψα για αναγνώριση και δόξα.

Ο Ερρίκος είναι ο ώριμος άνδρας που για το χωριό Αλτινό θεωρείται καλός γαμπρός. Θέλει να βρει νύφη ή να περάσει την ώρα του με κάποια νέα;

Δεν τίθεται τέτοιο θέμα. Ο ήρωας, γαλουχημένος από μια μάνα αράχνη, έχει εκπαιδευτεί να «κατακτήσει τον κόσμο». Να γίνει κυρίαρχος και εξουσιαστής. Η Μαρυλλίδα είναι γι’ αυτόν ένα τρόπαιο, κτήμα του. Εντυπωσιάζεται με την αυθεντικότητα, τον αυθορμητισμό της, την ανυπόκριτη διάθεση – στοιχεία που δεν διαθέτει ο ίδιος. Σαγηνεύεται από ένα πλάσμα χοϊκό, λιτό και απέριττο. Γειωμένο με το χώμα και τη φύση. Αυτή η ύπαρξη θα γίνει ένα ακόμα αντικείμενο της εξουσίας του.

Η Μαρυλλίδα γοητεύεται από τον Ερρίκο. Τι την ελκύει σ’ αυτόν;

Από την πρώτη τους συνάντηση της μιλάει για τις περιοχές του Νότου, τον καπετάνιο παππού του, την αγάπη για τα ταξίδια. Έχει το χάρισμα του λόγου. Η Μαρυλλίδα πιστεύει ότι μαζί του θα γνωρίσει άλλους ανθρώπους. Ότι θα ανοιχτεί σε άλλες κοινωνίες και θα δει μέσα από τα μάτια του έναν κόσμο διαφορετικό απ’ τον δικό της.

Ο Ερρίκος τα φτιάχνει με τη Μαρυλλίδα, η οποία δέχεται να τον ακολουθήσει όπου κι αν πάει. Τι είναι αυτό που τη διώχνει από το χωριό της;

Ζώντας στο ορεινό Αλτινό, στα βόρεια της χώρας, κι έχοντας μόλις τελειώσει τις γυμνασιακές της σπουδές, ασφυκτιά ανάμεσα σε άξεστους ανθρώπους. «…Έτρωγαν με τα χέρια, φόραγαν λαστιχένιες παντόφλες και τα πόδια ήταν βρόμικα, τα χέρια μαύρα κι ανάμεσα στα νύχια και τη σάρκα ένα μείγμα από χώμα και βρομιές πηγμένο σαν τσιμέντο […] Τα λόγια τους βαριά, μίλαγαν και σε γρατσούνιζαν, σε πλήγωναν σαν να σου κάρφωναν καρφιά…» ομολογεί η ίδια. Επιθυμούσε να φύγει απ’ αυτόν τον κλοιό. Ο Ερρίκος, με τη δυτική καταγωγή και τις ωραίες ιδέες, θα την οδηγούσε σε έναν άλλον πολιτισμό. Σε ανθρώπους εκλεπτυσμένους, καλλιεργημένους.

Η φυγή της από το ορεινό Αλτινό γίνεται για να ζήσει σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο, στην πόλη Ληθώ της Πελοποννήσου. Γιατί αυτή η ονομασία της ανύπαρκτης πόλης;

Η «Ληθώ», γενέτειρα του Ερρίκου, παραπέμπει ετυμολογικά στη «λησμονιά», τη «λήθη». Ένα μεγάλο αστικό κέντρο όπου οι άνθρωποι, έχοντας διαρρήξει τις σχέσεις τους με τις φυσικές συνθήκες ζωής, έχουν απεμπολήσει και τα ανθρώπινά τους χαρακτηριστικά. Θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε σύγχρονη μεγαλούπολη. Δεν εστιάζω σε συγκεκριμένες πόλεις (ούτε το Αλτινό υπάρχει ως τοποθεσία) και, επομένως, ο γεωγραφικός χώρος όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα είναι Βορράς και Νότος. Μέσα από τέτοιες γλωσσικές λεπτομέρειες επεδίωξα να αναγάγω τη σχέση δύο ανθρώπων σε σύγκρουση δύο κόσμων, δύο διαφορετικών αντιλήψεων ζωής: Η λογοκρατούμενη απ’ τη μια και η γήινη οπτική απ’ την άλλη. Η αλαζονεία του νου απέναντι στον αυθεντικό, γήινο άνθρωπο, στη φυσική και χοϊκή ύπαρξη.

Και πώς συμβαδίζουν αυτά τα δύο στην κοινωνία μας;

Στα λόγια της ηρωίδας μου προς τον Ερρίκο υπάρχει η περιγραφή του προβλήματος και η γιατρειά του: «[…] Δεν μπορείς να είσαι ούτε μια στάλα δοτικός με τους πραγματικούς ανθρώπους. Πληγώνεις τους άλλους με τον πιο σκληρό τρόπο. Στο όνομα μιας απόλυτης αλήθειας που μόνο εσύ την ξέρεις, αλλά για τον εαυτό σου δεν θα την ανεχόσουνα ποτέ […] Η επιβράβευση σε νοιάζει, το χειροκρότημα, τους ανθρώπους τους ίδιους τους υποτιμάς […] Στο μυαλό σου έχεις τη δική σου προβολή. Βραβεία, γνωριμίες, ούτε καν τους ήρωες των μυθιστορημάτων σου. Ο πιο τραγικός ανάμεσά τους είσαι εσύ. Πλάθεις την εικόνα του εαυτού σου. Σκηνοθετείς τη ζωή σου με ψέματα…».

Η Μαρυλλίδα μοιάζει να ρίχνει μια βουτιά στο κενό. Κάποια στιγμή, ανακαλύπτει ότι τα πράγματα στη Ληθώ δεν είναι όπως τα είχε φανταστεί. Τώρα τι μπορεί να κάνει;

Ο Ερρίκος θεωρεί ως αυτονόητο δικαίωμα να τη «διαμορφώσει», να την εκπαιδεύσει προκειμένου να προσαρμοστεί στις συνήθειες και στον διαφορετικό τρόπο ζωής. Ο πνευματικά ανώτερος θα επιβάλει την εξουσία του πάνω της. Έχει αρχίσει ήδη η αλλοίωση της αυθεντικότητας, η στρέβλωση της φυσικής οντότητας, η υποταγή της στην παντοδυναμία του Λόγου. Στη νέα της ζωή η Μάριαν αντιμετωπίζει επιπλέον έναν εχθρικό περίγυρο και συγκρούεται με νοοτροπίες και συμπεριφορές του Νότου ξένες προς τις δικές της. Εγκλωβισμένη στον φαύλο κύκλο της υποτίμησης, της απαξίωσης, της ψυχολογικής πίεσης, φτάνει στην απόγνωση. Όμως δίχως οικονομική αυτοδυναμία και έχοντας απεμπολήσει τον γενέθλιο τόπο, δεν μπορεί να επιστρέψει εκεί ηττημένη, αποτυχημένη. (Παρακολουθώντας εκ των υστέρων όλα αυτά τα περί κακοποίησης των γυναικών, διαπίστωσα με έκπληξη ότι η ζωή της ηρωίδας μου ήταν πολύ κοντά σε όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στην κοινωνία.)

Η αλαζονεία του νου απέναντι στον αυθεντικό, γήινο άνθρωπο, στη φυσική και χοϊκή ύπαρξη.

Αυτό που την πειράζει είναι η υποκρισία. Μπορείς να ζήσεις στο ψέμα και να παίζεις άλλους ρόλους από αυτό που είσαι πραγματικά;

Αυτές οι καταστάσεις οδηγούν σε εσωτερικά αδιέξοδα. Έτσι, η ματιά του παντογνώστη αφηγητή είχε τη δυνατότητα να διεισδύσει στον ψυχισμό αυτής της γυναίκας. Να παρακολουθήσει τη συντριβή που υφίσταται μια αυθεντική ύπαρξη ζώντας σ’ έναν ψεύτικο κόσμο. Ωστόσο, η Μάριαν διατήρησε την επαφή της με τη γη, το χώμα, τις εικόνες του τόπου της, όχι νοσταλγώντας αλλά σαν σε κιβωτό για να αντισταθεί στη στρέβλωση. Καταφέρνει να διασωθεί βιώνοντας μια εσωτερική ζωή αισθημάτων και αισθήσεων που αρδεύονται από καταγωγικές ρίζες. Αυτή είναι η αισιόδοξη οπτική στον ζόφο της εποχής.

Ο άντρας της εξελίσσεται σε συγγραφέα. Υπήρξαν συγγραφείς που ήταν εξαιρετικοί, αλλά προβληματικοί ως άνθρωποι. Σε ποια κατηγορία ανήκει ο Ερρίκος;

Ο Ερρίκος επιδιώκει την αναγνώριση και τη δόξα, αλλά ως συγγραφέας είναι ατάλαντος. Χρησιμοποιεί τη δύναμη του λόγου για να αναρριχηθεί. Ο χαρακτηριστικός αυτός τύπος ανθρώπου (που διεμβόλισε και τον χώρο της διανόησης) καλλιεργήθηκε ευρέως στη μεταπολίτευση και μετά. Η ανάπτυξή του ευνοήθηκε από ποικίλες πολιτικές συγκυρίες, κοινωνικές συνθήκες και πολιτιστικά περιβάλλοντα, που θίγονται στο μυθιστόρημα.

Ιδιαίτερα δυνατή η σκηνή στο τραπέζι που κάνει ο Ερρίκος σε ανθρώπους του σιναφιού του. Εξελίσσονται τα πράγματα όπως περίμενε;

Το τραπέζι «της σκοπιμότητας» εξελίσσεται σε μπούμερανγκ για τον Ερρίκο. Συζητιούνται διάφορα θέματα, λόγου χάρη για τον ανθρώπινο μόχθο και την αίσθηση του μέτρου, τον σεβασμό στο λιτό και απέριττο, τη φυσική φθορά των πραγμάτων που σε συμφιλιώνει με τον χρόνο και τον θάνατο, τα όρια του συγγραφέα κ.ά. Οι απλές, βιωματικές σκέψεις της Μάριαν για τη ζωή φαίνονται να ταυτίζονται με τις απόψεις ενός από τους καλεσμένους. Που είναι απ’ τους πιο σημαντικούς ανθρώπους της Τέχνης. Ένας πραγματικός διανοούμενος, ένας πνευματικός άνθρωπος στην ουσία. Σχεδόν υπάρχει μεταξύ τους μια στήριξη, μια αλληλεγγύη.

Αν δεν βιώσει κανείς τη γλώσσα, οι λέξεις του δεν αποκτούν ψυχή.

Στο μυθιστόρημα αναφέρεστε σε κριτικούς της λογοτεχνίας και συγγραφείς. Όλα αυτά κατά πόσο ισορροπούν μεταξύ της πραγματικότητας και της φαντασίας;

Οι λογοτεχνικοί μου χαρακτήρες στηρίζονται σε πρότυπα. Κι όχι μόνο σε ένα, ο κάθε χαρακτήρας έχει στοιχεία από πολλά πρόσωπα. Γράφω βιωματικά – όχι αυτοβιογραφικά, είναι τεράστια η διαφορά. Προσπάθησα κι εδώ να δημιουργήσω περσόνες που έχουν σχέση με τη ζωή. Ήθελα το μυθιστόρημα να γίνει ένας καθρέφτης μέσα στον οποίον ο αναγνώστης θα βρει πτυχές εαυτού. Αθέατες ή φανερές. Και να θέσει ερωτήματα που αφορούν τον καθένα από μας. Γιατί όλοι, θαρρώ, κρύβουμε μέσα μας έναν Ερρίκο, μικρότερο ή μεγαλύτερο.

Οι συγγραφείς είναι προικισμένοι άνθρωποι, φτάνει όμως το ταλέντο τους για να γίνουν καλοί συγγραφείς;

Απαιτείται μια βαθιά αντίληψη ζωής, απόρροια βιωμάτων και βασάνου. Η λογοτεχνία έχει αξία όταν «βουλιάζει μεν σε γεγονότα της καθημερινότητας αλλά παράγει ιδέες υψηλής πνευματικότητας και πολιτισμού» λέει ο Κρακάουερ.

Θεωρείτε ότι διδάσκεται η τέχνη της γραφής;

Η τεχνική της γραφής, ναι. Όμως, η τέχνη, δηλαδή η «ψυχή» στις λέξεις, ο ρυθμός στον λόγο, ο κυματισμός της φράσης, η πρωτοτυπία της σκέψης όχι, δεν διδάσκεται. Γιατί η γλώσσα, πιστεύω, καλλιεργείται in vivo. Αν δεν βιώσει κανείς τη γλώσσα, οι λέξεις του δεν αποκτούν ψυχή. (Πάμπολλες φορές δεν ξέρω τι ακριβώς ψάχνω, αλλά όταν το βρω λέω «αυτό έψαχνα».)

Όταν μπαίνετε σε ένα βιβλιοπωλείο, με ποιον τρόπο επιλέγετε ένα βιβλίο;

Για το θέμα ανατρέχω στο οπισθόφυλλο. Εκτιμώ τις σαφείς περιλήψεις, που αποδίδουν την ουσία. Ύστερα ανοίγω μια-δυο σελίδες στην τύχη. Για να ανιχνεύσω το ύφος, την επεξεργασία της γλώσσας. Μου φτάνουν δυο-τρεις παράγραφοι για να διαπιστώσω πόσο κόπο έχει καταβάλει ένας συγγραφέας για να κάνει το δύσκολο κείμενο, απλό.

Τι συμβουλή θα δίνατε σε έναν νέο συγγραφέα;

Την ίδια συμβουλή που έδωσε σε μένα ο Γιώργος Ιωάννου όταν ήμουν 32 χρονών και ο μεγάλος συγγραφέας πρωτοδιάβασε κείμενά μου: «Δουλειά, δουλειά, δουλειά. Μη νοιάζεσαι να γίνεις γνωστός από τώρα. Θα ’ρθει κι η αναγνώριση».