Ο όρος της γυναικοκτονίας έρχεται ακριβώς για ν’ αποκαλύψει, να φέρει στο φως τα σεξιστικά εγκλήματα

Του Παύλου Μεθενίτη

Στην «Πρωινή ή βραδινή σερενάτα», από τον δίσκο «Εμπάργκο» των Αλκαίου/Μικρούτσικου, ο Κώστας Καράλης είχε πρωτοτραγουδήσει το μακρινό 1982 το εξής συγκλονιστικό: «Κι είναι παράταιρη εποχή να βρει το δίκιο του ένας στίχος».

Αν κι έχουν περάσει σαράντα χρόνια από τότε, οι καιροί παραμένουν παράταιροι για να βρουν το δίκιο τους κάποιοι στίχοι και κάποιες λέξεις. Μία τέτοια λέξη, που κυριολεκτικά αγωνίζεται για να επιβάλει την παρουσία της στο καθημερινό μας λεξιλόγιο, μια λέξη που ακόμα μοχθεί να ανοίξει δρόμο μέσα στο πυκνό δάσος των στερεοτύπων της πατριαρχικής μας κοινωνίας, είναι η «γυναικοκτονία». Ετσι, και όχι απλώς «ανθρωποκτονία», χαρακτηρίστηκε αμέσως από πολλές και πολλούς η πρόσφατη στυγερή δολοφονία της νέας γυναίκας από τον σύζυγό της στα Γλυκά Νερά.

Ομως η υιοθέτηση από την κοινωνία και το δικαιικό μας σύστημα αυτού του χαρακτηρισμού για το έγκλημα συνάντησε και συναντά μεγάλη αντίδραση. Αν και για κάποιους αντισεξιστές έχει γίνει παντιέρα και σύνθημα, για την πλειονότητα παραμένει κραυγή βοώντος εν τη ερήμω. Κάτι το πρωτάκουστο (για πολλούς) του όρου, κάτι οι απαρασάλευτες ανδροκρατικές δομές της ελληνικής κοινωνίας, όπως εκφράζονται μέσω των πετσωμένων Μέσων Μαζικής Εξημέρωσης που η λέξη δεν υπάρχει γι’ αυτά, κάτι η άγνοια κι η αδιαφορία, κάτι η λογική του «Ηθελε να τον παρατήσει και να του πάρει το παιδί και θόλωσε το παλικάρι», κάτι το ’να, κάτι τ’ άλλο, ο όρος πολεμήθηκε πολύ κι ακόμα δεν έχει βρει το δίκιο του.

Ισως γιατί εάν εντάξουμε τη γυναικοκτονία στον προφορικό μας λόγο είναι κάπως σαν να παραδεχόμαστε πως ναι, ακόμα και στην πατρίδα μας, κάποιοι θεωρούν τις γυναίκες κτήμα τους, συνεπώς έχουν (εκ Θεού;) το δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω τους. Γιατί γυναικοκτονία σημαίνει τη δολοφονία μιας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα. Η γυναικοκτονία είναι ένα έγκλημα φυλετικού μίσους – αυτό είναι που τη διαφοροποιεί από την ανθρωποκτονία. Εάν ένας ληστής σκοτώσει μια γυναίκα για να τη ληστέψει, τότε έχουμε μια ανθρωποκτονία και όχι γυναικοκτονία, διότι από αυτό τον φόνο απουσιάζουν τα έμφυλα κίνητρα.

Βέβαια, είναι βολικό για την πατριαρχική κοινωνία να ονομάζει ανθρωποκτονίες χιλιάδες γυναικοκτονίες, και δεν μιλώ για το Αφγανιστάν, αλλά για την τιμημένη ελληνική κοινωνία, για την οικογένεια του κοντινού χωριού και της διπλανής μας πόρτας, όπου ακόμα και σήμερα η χαμένη τιμή της αδελφής ξεπλένεται με αίμα, το δικό της αίμα, όπου κάποια αρσενικά παλαιάς κοπής παίρνουν την καραμπίνα και σκαγιάζουν την άπιστη από αγάπη και πληγωμένο φιλότιμο.

Ο όρος της γυναικοκτονίας έρχεται ακριβώς για ν’ αποκαλύψει, να φέρει στο φως τα σεξιστικά εγκλήματα που αιώνες τώρα σπρώχνουμε κάτω από το εννοιολογικό, το λεκτικό και το νομικό μας χαλί. Οι Ελληνίδες βιάζονται, κακοποιούνται και σκοτώνονται από αδελφούς, πατέρες, συζύγους και εραστές τους εδώ και αιώνες κι εμείς ακόμα συζητάμε εάν είναι δόκιμος ο όρος γυναικοκτονία…

Κάποιοι έφτασαν να ισχυριστούν πως η λέξη είναι υποτιμητική για τις γυναίκες – «αφού υπάρχει ο όρος “ανθρωποκτονία” τι χρειάζεται η γυναικοκτονία; Οι γυναίκες δεν είναι άνθρωποι;» Μάλλον κουτοπόνηρη η αναρώτησή τους. Τα παιδιά, οι μητέρες ή οι πατέρες δεν είναι άνθρωποι; Η νομική επιστήμη χρησιμοποιεί τους όρους παιδοκτονία, πατροκτονία ή μητροκτονία για να εξειδικεύσει αυτά τα εγκλήματα από όλα τα υπόλοιπα, για να τα διαχωρίσει από τις ανθρωποκτονίες γενικά και να τα κρίνει ανάλογα, οπότε, γιατί να μην ορίζεται και το ιδιαίτερο έγκλημα της γυναικοκτονίας;

Αλλοι είπαν πως ο όρος είναι καινοφανής, ένας αστήρικτος νεολογισμός, πως δημιουργήθηκε πρόσφατα από κάποιες φανατικές φεμινίστριες που έχουν αναγάγει τη μισανδρία σε ιδεολογία, κάτι που επίσης δεν ισχύει.

Ο νομικός όρος «γυναικοκτονία», «femicide» ή «feminicide» στα αγγλικά, χρησιμοποιείται ήδη από τον 19ο αιώνα, όπως προκύπτει από την καταγραφή του στο «The Law Lexicon, Or Dictionary of Juris prudence», που συνέταξε το 1848 ο J.J.S. Wharton, και σημαίνει ακριβώς την ανθρωποκτονία με θύμα γυναίκα. Η λέξη απαντάται και νωρίτερα: το 1801 αναφέρθηκε από τον John Corry στο έργο του «A Satirical View of London at the Commencement of the 19th century», ενώ ο Νεόφυτος Βάμβας τη χρησιμοποίησε στο έργο του «Στοιχεία της φιλοσοφικής Ηθικής, συνταχθέντα διά την φιλομαθή νεότητα των Γραικών», που εκδόθηκε το 1818 στη Βενετία.

Στα νεότερα χρόνια, ο όρος καθιερώθηκε από τις συγγραφείς Κάρολ Ορλοκ και την Ντιάνα Ράσελ το 1976, η οποία τον χρησιμοποίησε στην κατάθεσή της στο Πρώτο Διεθνές Δικαστήριο για τα Εγκλήματα Εναντίον των Γυναικών, ένα λαϊκό δικαστήριο που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτη του 1976 στις Βρυξέλλες.

Εν τέλει, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι: σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, οι δολοφονίες γυναικών ονομάζονται, και δικαίως, γυναικοκτονίες. Εάν οι γυναίκες έκαναν κουμάντο, σε μια υποθετική μητριαρχική κοινωνία, τα αντίστοιχα εγκλήματα θα ονομάζονταν «ανδροκτονίες» και θα ήταν κι αυτό σωστό και δίκαιο. Ομως, εδώ και πολλούς αιώνες οι άνδρες κυριαρχούν, υπαγορεύοντας στις γυναίκες την ορθή χρήση των σωμάτων τους, που είναι βέβαια η παιδοποιία και τίποτα άλλο. Για παράδειγμα, στην αρχαία Ρώμη, εάν μια παντρεμένη γυναίκα είχε ερωτικές σχέσεις με άλλη γυναίκα, ο νόμος έδινε το δικαίωμα στον άντρα της να τη σκοτώσει.

Στη μεσαιωνική Ευρώπη τα πράγματα δεν έφτιαξαν και πολύ: το 13ο αιώνα, η ποινή για μια λεσβία ήταν ο ακρωτηριασμός τις πρώτες δυο φορές που την έπιαναν με άλλη γυναίκα, ενώ η τρίτη υποτροπή επέσυρε την ποινή του θανάτου στην πυρά, κάτι που συνεχίστηκε στην πολιτισμένη μας ήπειρο, με το Κυνήγι των Μαγισσών τον 16ο αιώνα. Τότε, οι γυναίκες που συλλαμβάνονταν να ερωτοτροπούν με γυναίκες (feminacumfemina) κατέληγαν στην πυρά κατηγορούμενες για αίρεση και σατανισμό, ενώ στην πραγματικότητα το μόνο έγκλημά τους ήταν η ερωτική αυτοδιάθεση…

Οπότε, μπροστά σ’ ένα ασύλληπτο φορτίο διαχρονικής αδικίας απέναντι στις γυναίκες, το λιγότερο που μπορεί να κάνει μια σύγχρονη κοινωνία είναι να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους, ούτως ώστε να βρει επιτέλους το δίκιο του ένας στίχος ή μία λέξη: γυναικοκτονία.