Ποιητικό Αφιέρωμα – Χριστούγεννα 2021

Επιμέλεια – Σταχυολόγηση: Σοφία Καυκοπούλου

 

Η γέννηση του Χριστού

(Ράινερ Μαρία Ρίλκε, σε μετάφραση Άρη Δικταίου)

 

Aν την απλότητα δεν είχες, πως σ’ εσένα

θα συνέβαινε ό, τι τώρα φωτίζει την νύχτα;

Ο Θεός δες, που πάνω από νεφέλες οργιζόταν

μαλακώνει κι έρχεται, μέσα σου, στον κόσμο.

Τον φαντάστηκες τάχα πιο μεγάλον;

Μέγεθος τί είναι; Δύναμη μέσα απ’ όλα τα μέτρα,

που ξεπερνώντας τα, την ίδια της ακολουθεί κλήρα.

Δρόμο παρόμοιο δεν έχει ουδέ κι αστέρι

Βλέπεις; οι βασιλιάδες τούτοι είναι μεγάλοι

και σου φέρνουνε προς τα γόνατά σου

θησαυρούς που μεγίστους τους θεωρούσαν

κι εσύ εκπλήσσεσαι, ίσως μπρος σε σωρόν τέτοιον

μα μια ματιά, μες στου μανδύα σου τις πτυχώσεις

ρίξε όπου Εκείνος, τα ξεπέρασε όλα κιόλας

το κεχριμπάρι που μακριά το ταξιδεύουν

κάθε χρυσαφικό και κάθε μύρο

που φευγαλέα την αίσθησην υγραίνει

γρήγορη συντομία, τά ’πλασεν όλα τούτα

και στο τέλος, κανείς το μετανοιώνει

Αλλά (θα δεις): Αυτός, νοιώθει ευφροσύνη

 

 

 

 

Κώστας Μόντης

“Χριστουγεννιάτικες κάρτες”

 

Και πάλι λες δεν είναι δυνατό

όλες αυτές οι ευχές να ψεύδονται

και πάλι λες δεν είναι δυνατή

τέτοια πανταχόθεν σύμπτωση,

δεν είναι δυνατή τέτοια πανταχόθεν συμπαιγνία.

 

 

 

Αλέξανδρος Αραμπατζής

MERRY CHRISTMAS

 

Οι άνθρωποι σκληροί

Οι δρόμοι βρόμικοι

Τα σπίτια κρύα

Οι άστεγοι έρμαια στο ξεροβόρι

Αμείλικτος ο χειμώνας

Και το ψηλό χριστουγεννιάτικο δέντρο

Στο κέντρο της πλατείας Συντάγματος

Πνιγμένο στ’ αβανταδόρικα λαμπιόνια

Αγέλαστο φωτίζει τη μοναξιά της ψυχής

 

 

 

 

Τέλλος Άγρας

Είδα χθες βράδυ στ’ όνειρό μου

 

Είδα χθες βράδυ στ’ όνειρό μου,

το γεννημένο μας Χριστό,

τα βόδια επάνω Του εφυσούσαν,

όλο το χνώτο τους ζεστό.

Το μέτωπό Του ήταν σαν ήλιος,

και μέσα η φάτνη φτωχική,

άστραφτε πιο καλά από μέρα,

με κάποια λάμψη μαγική.

 

Στα πόδια Του έσκυβαν οι μάγοι,

κι έμοιαζε τ’ άστρο από ψηλά,

πως θα καθίσει σαν κορώνα,

στης Παναγίτσας τα μαλλιά.

 

Βοσκοί πολλοί και βοσκοπούλες,

Τον προσκυνούσαν ταπεινά,

ξανθόμαλλοι Άγγελοι εστεκόνταν,

κι έψελναν λαγούτα του “ωσαννά”.

 

Μα κι από Αγγέλους κι από μάγους,

δε ζήλεψα άλλο πιο πολύ,

όσο της μάνας Του το στόμα,

και το ζεστό-ζεστό φιλί.

 

Κωστής Παλαμάς

Ονειρεμένη προσευχή

 

Χριστέ μου, κράτα με μακριά απ’ τις κακίες του κόσμου.

Στη Φάτνη Βρέφος, όσο ζω να σε λατρεύω δώσ’ μου!

Κι όταν θα ’ρθεί από Σε σταλτός ο Χάρος να με πάρει,

κάμε σα βρέφος να σταθώ μπροστά στη θεία Σου χάρη.

 

Χριστέ μου, δώσ’ μου στους σεισμούς, στις τρικυμίες του κόσμου

πάντα να στέκω ατράνταχτος, και να είναι ο λογισμός μου

το φως από το μυστικό που χύνοταν αστέρι,

όταν για Σένα στη Βηθλεέμ τους Μάγους είχε φέρει.

Και κάμε λόγια κι έργα μου σαν των αγρών τα κρίνα,

 

προφητικά, φεγγόβολα κάμε τα σαν εκείνα

της νύχτας των απλών βοσκών. Γεννιόσουν, και γρικούσαν

τους ουρανούς ολάνοιχτους που Σε δοξολογούσαν.

 

 

Νικηφόρος Βρεττάκος

Το παιδί με τη σάλπιγγα

 

Αν μπορούσες να ακουστείς

θα σου έδινα την ψυχή μου

να την πας ως την άκρη του κόσμου.

Nα την κάνεις περιπατητικό αστέρι ή ξύλα

αναμμένα για τα Χριστούγεννα – στο τζάκι του Νέγρου

ή του Έλληνα χωρικού.

Να την κάνεις ανθισμένη μηλιά

στα παράθυρα των φυλακισμένων.

Εγώ μπορεί να μην υπάρχω ως αύριο.

 

Αν μπορούσες να ακουστείς

θα σου έδινα την ψυχή μου

να την κάνεις τις νύχτες

ορατές νότες, έγχρωμες,

στον αέρα του κόσμου.

 

Να την κάνεις αγάπη.

 

 

Τάσος Λειβαδίτης

Η Γέννηση

 

Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.

 

Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.

 

«Είδες –μου λέει– γεννήθηκε η ευσπλαχνία!» Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.

 

Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.

 

 

Γιώργος Θέμελης

Η φάτνη

 

Μέσα μας γίνεται η Γέννηση.

Έξω στέκει το σχήμα της –

Μας φανερώνεται.

Εδώ που στήσαμε τη φάτνη,

Εδώ που κρεμάσανε το άστρο,

Είναι σα μια μεγάλη πέτρα –

Πέτρα υψηλή, μετέωρη.

Ένα πυκνό σημείο αιωνιότητας.

Το Βρέφος, ο Ιωσήφ και η Μαρία,

Τ’ αγαθά ζώα. Οι Άγγελοι

Σταματημένοι σε μια πτήση

Ψηλά, στη σιωπή, παίζοντας όργανα.

Άρπα, κορνέτα, βιολί και φυσαρμόνικα.

Ακίνητοι σαν από πορσελάνη,

Με σιωπή απόλυτη, μουσική.

(Η Νύχτα απλώνεται σαν την ηχώ

Αυτής της μουσικής, της σιωπής,

Της μουσικής των Αγγέλων μέσα μας, έξω μας).

Αν στέκουν εδώ, πετούν εκεί,

Στον άλλο χώρο∙ αντλούν

Αίμα σκληρό απ’ το αίμα μας,

Αγάπη απ’ την αγάπη μας.

Παίρνουν τα όνειρά μας και τα ψηλώνουν.

Η Μάνα στέκει κοντά τους ακίνητη,

Σαν από πορσελάνη, αγγίζει τα εύθραυστα πόδια τους.

Βλέπει το αόρατο στο μαγικό καθρέφτη του ορατού.

Τι τώρα, τι πάντα.

Ω καθαρότατη ψυχή,

Άμωμη, αμόλυντη, ανυπόκριτη.

Ο χρόνος ανοίγει σαν το φεγγίτη που μας φωτίζει.

Τα παίρνουμε και τα πλαγιάζουμε

Μέσα σ’ ένα κουτί να κοιμηθούν

Πάνω σε χάρτινο άχυρο να μη ραγίσουν.

 

 

Γεώργιος Δροσίνης

ΝΥΧΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ

 

Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη λυγούν τα πόδια

και προσκυνούν γονατιστά στη φάτνη τους τ’ άδολα βόδια.

Κι ο ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα σταυροκοπιέται

και λέει με πίστη απ’ της ψυχής τ’ απόβαθα, Χριστὸς γεννιέται!

Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη κάποιοι ποιμένες

ξυπνούν από φωνές ύμνων μεσούρανες στη γη σταλμένες.

Κι’ ακούοντας τα Ωσαννά απ’ αγγέλων στόματα στο σκόρπιο αέρα,

τα διαλαλούν σε χειμαδιά λιοφώτιστα με τη φλογέρα.

Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη – ποιὸς δεν το ξέρει; –

των Μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα λάμπει τ’ αστέρι.

Κι’ όποιος το βρει μέσ’ στ’ άλλα αστέρια ανάμεσα και δεν το χάσει

σε μιὰ άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το μπορεί να φτάσει.

 

Κωστής Παλαμάς

Να ‘μουν του σταύλου εν’ άχυρο

 

Να ‘μουν του σταύλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι

την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι.

 

Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,

το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του.

 

Να λάμψω από τη λάμψη του κι’ εγώ σαν διαμαντάκι

κι’ από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι.

 

Να μοσκοβοληθώ κι’ εγώ από την ευωδία,

που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.

 

Να ‘μουν του σταύλου ένα άχυρο ένα φτωχό κομμάτι

την ώρα π’ άνοιγ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι

 

 

 

Μίλτος Σαχτούρης

Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών

στην Ελένη Θ. Κωνσταντινίδη

 

Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987

είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987

ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!

σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…

 

Α! ναι είναι πάρα πολλά.

Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ο Διονύσιος Σολωμός

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ο Νίκος Εγγονόπουλος

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ο Μπουζιάνης

πόσα ο Σκλάβος

 

πόσα ο Καρυωτάκης

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα

πέρασε ο Σκαλκώτας

πόσα

πόσα

Δυστυχισμένα Χριστούγεννα Ποιητών.

 

 

Μπέρτολντ Μπρεχτ

Φτάνουν Χριστούγεννα

 

Φτάνουν Χριστούγεννα λοιπόν! Παραμονή.

Κι εμείς σαν όλους ετοιμάσαμε γιορτή.

Μα δεν είν’ άνετα σαν φάτνη εδώ μέσα.

 

Μπαίνει το κρύο από παντού, δεν έχει μπέσα.

Χριστούλη, κόπιασε, γεννήσου αν θες, μα κοίτα:

Σου στρώσαμε, δεν έχει τζάκι όμως και πίττα.

 

Τρέμουμε κι όλοι αγκαλιαζόμαστε σφιχτά

σαν τους πρωτόγονους σε σκοτεινή σπηλιά.

Το χιόνι πέφτει στο κορμί μας, το παγώνει•

το χιόνι εισβάλει στην καλύβα και σαρώνει.

 

Κόπιασε, χιόνι, μπες, θα βρεις φίλους εδώ:

Κι εμάς μας έδιωξαν από τον ουρανό.

Κρασί ζεσταίνουμε, παλιό και δυνατό•

κάνει καλό με τέτοιον άγριο καιρό.

 

Ζεστό κρασί, ξύλα στην πόρτα καρφωμένα.

Έξω, ουρλιάζουνε αγρίμια θυμωμένα.

Κοπιάστε, αγρίμια, να κρυφτείτε απ’ το χιονιά:

Ούτε τ’ αγρίμια έχουνε ζεστή φωλιά.

 

Θα ρίξουμε τα πανωφόρια στη φωτιά,

να γίνει η φλόγα της για λίγο πυρκαγιά,

να ζεσταθούμε ενώ θα καίγεται η στέγη,

να ζούμε όταν το σκοτάδι πια θα φεύγει.

 

Κόπιασε, άνεμε–εκεί έξω πως αντέχεις;

Κι εσύ κουράστηκες, κι εσύ σπίτι δεν έχεις…