Ποιοι γιορτάζουν σήμερα, 16 Αυγούστου

Ανάμνηση της ανακομιδής του Αγίου Μανδηλίου (16 Αυγούστου)

Σήμερα η αγία μας Εκκλησία εορτάζει την ανάμνηση της ανακομιδής της αχειροποίητης εικόνας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ή του Αγίου Μανδηλίου, όπως ονομάζεται διαφορετικά, από την πόλη Έδεσσα της Συρίας στην Κωνσταντινούπολη. Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με την παράδοση, σχηματίστηκε σε τεμάχιο υφάσματος, με το οποίο ο Ιησούς είχε σκουπίσει το πρόσωπό Του. Βρισκόταν αρχικά στην Έδεσσα, και κατά το έτος 959 μ.Χ., επί βασιλείας Ρωμανού Β΄, μεταφέρθηκε στη Βασιλεύουσα και τοποθετήθηκε στο ναό της Θεοτόκου, που βρισκόταν στα ανάκτορα.
Σύμφωνα με τον εκκλησιαστικό ιστορικό Ευσέβιο Καισαρείας, τον καιρό που ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήταν στον κόσμο κηρύττοντας την Βασιλεία των Ουρανών και θεραπεύοντας “πάσαν νόσον και μαλακίαν εν τω λαώ”, ζούσε ένας πλούσιος άνθωπος με το όνομα Αύγαρος, ο οποίος υπέφερε από λέπρα. Αυτός ζούσε στην Έδεσσα της Συρίας.
Ακούγοντας για τα θαύματα και τις θεραπείες του Χριστού ήθελε να τον δει, ελπίζοντας ότι θα τον θεράπευε κι εκείνον. Αλλά επειδή, λόγω της ασθένειάς του δεν μπορούσε να εγκαταλείψει το σπίτι του, έστειλε έναν επιδέξιο ζωγράφο, τον Ανανία,  για να ζωγραφίσει το πρόσωπό Του, ούτως ώστε, μόνο κοιτάζοντας την εικόνα να απαλυνθεί ο πόνος του. Επίσης, έγραψε και μια επιστολή προς τον Κύριο, στην οποία ομολογούσε ότι πιστεύει πως είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος και τον παρακαλούσε να τον επισκεφθεί για να τον θεραπεύσει.
Ο Ανανίας ξεκίνησε προς τα Ιεροσόλυμα και βρήκε τον Κύριο διδάσκοντας τα πλήθη. Επειδή δεν μπόρεσε να τον πλησιάσει ανέβηκε σε μια πέτρα για να δει το πρόσωπο του Χριστού και να το ζωγραφίσει. Αλλά δεν μπορούσε να επειδή το πρόσωπο του Κυρίου άλλαζε συνεχώς. Τότε ο Χριστός κάλεσε τον Ανανία να έρθει κοντά Του και του ζήτησε την επιστολή από τον Αύγαρο. Του έστειλε απάντηση λέγοντας ότι είναι μακάριος αφού πίστεψε σε Εκείνον χωρίς να τον δει και μακάριοι είναι όσοι, χωρίς να Τον δουν, πιστεύουν σ΄ Αυτόν. Του υποσχέθηκε ότι θα στείλει έναν από τους μαθητές του να και θα τον θεραπεύσει.
Έπειτα ο Κύριος, γνωρίζοντας και το δεύτερο ζήτημα του Αυγάρου, ζήτησε να του φέρουν νερό και έπλυνε το πρόσωπό Του και έπειτα το σκούπισε με έναν μανδήλιον. Τότε πάνω στο μανδήλιον έμεινε ζωγραφισμένο το πρόσωπο του Κυρίου.
Επιστρέφοντας στην Έδεσσα και παίρνοντας είδηση για όσα συνέβηκαν, ο Αύγαρος δόξασε τον Θεό και περίμενε τον μαθητή που θα τον θεράπευε. Πράγματι, μετά την Ανάληψη του Κυρίου, ήρθε ο Θαδδαίος, ένας από τους εβδομήκοντα, και θεράπευσε από την λέπρα τον Αύγαρο. Επειτα, τον βάπτισε εκείνον και όλο το σπίτι του και όλη την πόλη της Εδέσσης, στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
Στην πύλη της πόλης υπήρχε ένα είδωλο, το οποίο προσκυνούσαν όλοι όσοι εισέρχονταν. Ο Αύγαρος κατέστρεψε το είδωλο εκείνο και τοποθέτησε στη θέση του το μανδήλιο με το πρόσωπο του Κυρίου. Έδωσε διαταγή όλοι όσοι εισέρχονταν και εξέρχονταν από την πόλη να το προσκυνούν. Αυτήν την διαταγή σεβάστηκαν ο γιος και ο εγγονός του Αυγάρου και ο κόσμος προσκυνούσε την αχειροποίητο εικόνα του Χριστού.
Όταν στην διοίκηση της πόλης ανέβηκε ένας ειδωλολάτρης, έγινε προσπάθεια επαναφοράς των ειδώλων. Ο νέος τοπάρχης ήθελε να καταστρέψει το μανδήλιο, όμως ο επίσκοπος της Εδέσσης, με θείο πρόσταγμα, πήγε τη νύχτα και αφού έβαλε ένα κανδήλι μπροστά από το μανδήλιο, το κάλυψε με κεραμίδια και έμεινε κρυμμένο πολλά χρόνια.
Τον καιρό του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, ο Πέρσης βασιλιάς Χοσρόης ήθελε να κατακτήσει την πόλη της Εδέσσης. Ο επίσκοπος της πόλης, Ευλάβιος είχε θείο όραμα με μια γυναίκα καλυμμένη με φως, η οποία δείχνοντας με το δάχτυλό της την πύλη της πόλης, του είπε ότι εκεί βρίσκεται κρυμμένη η αχειροποίητος εικόνα του Κυρίου. Να την βγάλει έτσι ώστε να σωθούν. Ο επίσκοπος, κάνοντας αυτό που είδε στο όραμα, βρήκε το μανδήλιο εκεί και το κανδήλι που άναβε τόσα χρόνια. Δείχοντας την εικόνα στον λαό έκαναν λιτανεία πάνω στα τείχη της πόλης. Βλέποντας το μάνδηλιο οι Πέρσες τρομάχθηκαν και έπαψαν την πολιορκία της Εδέσσης.
Το έτος 944 μ. Χ., επί βασιλείας Ρωμανού, μεταφέρθηκε στη Βασιλεύουσα και τοποθετήθηκε στο ναό της Θεοτόκου, που βρισκόταν στα ανάκτορα.
Ιδιαίτερα σήμερα η μνήμη μας φτερουγίζει στην Μονή Αχειροποιήτου στην Κερύνεια μας. Εκεί, η ευλάβεια του κόσμου, μέχρι το καλοκαίρι του 1974 εκφραζόταν  με ένα μοναδικό και αυθεντικό τρόπο στην πανήγυρι του αγίου Μανδηλίου.
Ας μας αξιώσει σύντομα ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, με τις πρεσβείες της Δεσποίνης Θεοτόκου της σωτηρίας των ψυχών μας και της απελευθέρωσης της τουρκοκρατούμενης πατρίδας μας και της επανεγκατάστασης των εκτοπισμένων μας στην πατρώα γη σε συνθήκες ειρήνης και επικράτησης των πανανθρώπινων δικαιωμάτων.

Η «ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟΣ» ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Ή «ΤΟ ΙΕΡΟ ΜΑΝΔΗΛΙΟ» | ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ-ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ

Μνήμη του Αγίου Διομήδη (16 Αυγούστου)

Η Εκκλησία μας σήμερα εορτάζει τη μνήμη του αγίου μάρτυρος Δημητριανού του Νέου και  του αγίου Διομήδη, ενός εκ των είκοσι αγίων Αναργύρων, που καταγόταν από την Ταρσό της Κιλικίας και μαρτύρησε κατά το διωγμό του Διοκλητιανού.
Έχοντας σπουδάσει την ιατρική τέχνη, θεράπευε τα σωματικά πάθη αλλά και τις ψυχικές αλγηδόνες των ανθρώπων, φωτίζοντας και οδηγώντας τις ανθρώπινες ψυχές, μέσω του κηρύγματος, στο Σωτήρα και Λυτρωτή του κόσμου Ιησού Χριστό.
Γιορτάζουμε ακόμα σήμερα τη μνήμη του Αγίου Αλκιβιάδη, που μαρτύρησε στη φωτιά και του νεομάρτυρα Σταμάτη, που καταγόταν από το Βόλο και μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 1680, μη υποκύπτοντας στις πιέσεις των Τούρκων να αρνηθεί το Χριστιανισμό και να ασπασθεί το Ισλάμ.

Μνήμη του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστή (16 Αυγούστου)

Ακόμη ένα νέο Άγιο, του οποίου διαπιστώθηκε και πρόσφατα διακηρύχθηκε από τη συνείδηση των πιστών της Εκκλησίας η αγιότητα, τιμούμε σήμερα, τον Όσιο Ιωσήφ τον Ησυχαστή, ο οποίος γεννήθηκε στις Λεύκες Πάρου στις 2 Νοεμβρίου 1898. Το όνομα του ήταν Φραγκίσκος Κόττης. Ήταν ο τρίτος στη σειρά από τα επτά παιδιά της οικογένειάς του Γεώργιου και της Μαρίας. Η γρήγορη απώλεια του πατέρα υποχρεώθηκε να σταματήσει το σχολείο στη Β’ τάξη του Δημοτικού, και να βοηθήσει τη μητέρα και την οικογένειά του.Στο χωρίο παρέμεινε ως την εφηβική του ηλικία. Υπηρέτησε τη θητεία του στο Πολεμικό Ναυτικό και αργότερα, αναχώρησε από την Πάρο και εργάστηκε ως μικροπωλητής σε Πειραιά και Αθήνα. Εξαιτίας της ελλιπούς μόρφωσής του, άρχισε από μόνος του να μελετά. Οι βίοι των Αγίων ασκητών και οσίων του προκάλεσαν ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Τόσο πολύ ενθουσιάστηκε με το βίο των ασκητών, που τους μιμήθηκε προσευχόμενος σε σπήλαια στα βουνά της ακατοίκητης τότε Πεντέλης. Έπειτα, πήρε την απόφαση να κατευθυνθεί προς το Άγιον Όρος, για να μονάσει.

Το έτος 1921 φθάνει στο Άγιον Όρος, με πρώτο του σταθμό την περιοχή Κατουνάκια. Εκεί, γνώρισε την αδελφότητα των Δανιηλαίων, όπου και έμεινε για ένα διάστημα, υπό την καθοδήγηση του Γέροντος Δανιήλ Κατουνακιώτη. Αποχώρησε με την ευχή του Γέροντα, διότι επιθυμούσε περισσότερο την άσκηση, τον ησυχασμό και την απομόνωση με σκοπό τη νοερά προσευχή.

Την ημέρα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, έναν χρόνο αφότου ήρθε στο Άγιον Όρος, γνώρισε τον μετέπειτα πιστό συνασκητή του, τον πατέρα Αρσένιο, που ήταν ήδη μοναχός της Μονής Σταυρονικήτα. Το έτος 1924, μαζί με τον π. Αρσένιο μετέβησαν στο κελί του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στα Κατουνάκια, για να γίνουν υποτακτικοί σε δύο ηλικιωμένους Γέροντες, τον πατέρα Εφραίμ και Ιωσήφ, που ήταν κατά σάρκα αδέλφια. Στις 31 Αυγούστου 1925 σε ηλικία 28 ετών έλαβε το μοναχικό σχήμα. Η κουρά του έγινε στη Βίγλα, στο σπήλαιο του Αγίου Αθανασίου, παίρνοντας το όνομα Ιωσήφ. Στα μέσα του 1928 αποφάσισαν να μεταβούν στη Σκήτη του Αγίου Βασιλείου, περιοχή πιο ορεινή και απομακρυσμένη.

Έπειτα από δέκα περίπου χρόνια σκληρής πνευματικής άσκησης, νηστείας και προσευχής με τον π. Αρσένιο, ο μοναχός Ιωσήφ δέχτηκε να αναλάβει συνοδεία και να γίνει πνευματικός οδηγός, των μοναχών που θα τον ακολουθούσαν. Κατά την περίοδο της διαμονής του στη Σκήτη Αγίου Βασιλείου, ο Γέροντας Ιωσήφ είχε ως υποτακτικό και τον παπά Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, ενώ και ο αδελφός του Γέροντα Ιωσήφ, ο Νικόλαος, εγκατέλειψε τότε τα εγκόσμια και εντάχθηκε στη συνοδεία ως μοναχός με το όνομα Αθανάσιος.

Τον Ιανουάριο του 1938, η μικρή συνοδεία μετέβη στην Ιερά Σκήτη της Μικράς Αγίας Άννας, όπου και εγκαταστάθηκε μέσα σε σπηλιές κοντά σε ένα εκκλησάκι του Τιμίου Προδρόμου, που το έχτισαν οι ίδιοι. Μεταξύ των μελών της συνοδείας ήταν οι μετέπειτα Αγιορείτες Ηγούμενοι Χαράλαμπος της Μονής Διονυσίου και Εφραίμ της Μονής Φιλοθέου Αγίου Όρους και ιδρυτής Μονών στις Η.Π.Α. και στον Καναδά.

Ο Γέροντας Ιωσήφ κοιμήθηκε στις 15 Αυγούστου του 1959, στη Νέα Σκήτη του Άθω, στην ιερά καλύβη Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπου είχαν μετακομίσει από το 1953.

Έναν μήνα πριν την κοίμησή του, είχε πληροφορηθεί τον ακριβή χρόνο από την ίδια την Παναγία. Στις 14 Αυγούστου παρακολούθησε την ιερή αγρυπνία προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, μετέλαβε τα Άχραντα Μυστήρια και μετά το τέλος της ακολουθίας άφησε την τελευταία του πνοή. Το σκήνωμά του βρίσκεται ενταφιασμένο σε εκκλησάκι στη Νέα Σκήτη Αγίου Όρους.

Για ακόμη μια φορά επισημαίνεται η αναγκαιότητα διατήρησης του μέτρου και της διακρίσεως από μέρους των Χριστιανών, για να αποβαίνει επωφελής η μεταχείριση το βίου και της παρρησίας των ανθρώπων που η Εκκλησία τους αγιοκατατάσσει στο αγιολόγιό της, ένεκα των θεοσημειών που αποκαλύπτονται. Όταν η συνείδηση της Εκκλησίας διαπιστώνει και διακηρύσσει την αγιότητα σύγχρονων ιερών προσώπων, τότε ξεπερνούν τα όρια της οικογένειας και τους περιβάλλοντος που έζησαν, αλλά ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Του Επισκόπου Μεσαορίας Γρηγορίου