Συντάξεις: Πόσο θα αυξηθούν οι μελλοντικές επικουρικές

Τέσσερεις σημαντικές δικλείδες ασφαλείας προβλέπει το νέο επικουρικό στο πρότυπο του Σουηδικού μοντέλου που θα ονομαστεί Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης-ΤΕΚΑ και θα αρχίσει να λειτουργεί από 1/1/2022.

Πρώτον, το κράτος εγγυάται την καταβολή των συντάξεων του υφισταμένου συστήματος με υπολογισμό τους ωσάν στο σύστημα να συμμετείχαν όλοι οι ασφαλισμένοι (παλαιοί και νέοι).

Δεύτερον, ακόμα και στην εξαιρετικά απίθανη περίπτωση που οι σωρευτικές αποδόσεις των επενδύσεων του ατομικού λογαριασμού του ασφαλισμένου στο νέο σύστημα είναι αρνητικές, το κράτος εγγυάται ότι η επικουρική του σύνταξη θα αντιστοιχεί στις εισφορές που κατέβαλε ο ασφαλισμένος σε πραγματικούς όρους. Ουσιαστικά, αυτό σημαίνει ότι οι ασφαλισμένοι του νέου συστήματος θα είναι προστατευμένοι από τυχόν ακραίες διακυμάνσεις των αγορών.

Τρίτον το σύστημα θα προβλέπει ελάχιστο ποσό κατώτατης επικουρικής σύνταξης σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος ή θανάτου του ασφαλισμένου πριν χτιστεί ο ατομικός κουμπαράς, δηλαδή το κράτος θα συμπληρώνει μέχρι του ποσού των ελάχιστων ορίων.

Τέταρτον προβλέπεται επιστροφή εισφορών ακόμη κι αν ο ασφαλισμένος δεν θεμελιώνει δικαίωμα συνταξιοδότησης, δηλαδή έχει λιγότερα από 15 έτη ασφάλισης στο σύστημα, κάτι που δεν ισχύει σήμερα.

Με το νομοσχέδιο «ασφαλιστική μεταρρύθμιση για τη νέα γενιά» το οποίο αναμένεται να τεθεί σε διαβούλευση έως τη Δευτέρα εισάγονται στοιχεία κεφαλαιοποιητικού συστήματος στις επικουρικές συντάξεις για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας και εθελοντικά για εργαζόμενους και αυτοαπασχολούμενους έως 35 ετών.

Ποιους αφορά: Το νέο σύστημα επικουρικής ασφάλισης θα είναι υποχρεωτικό για το σύνολο των μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων που εισέρχονται για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας από 1η Ιανουαρίου 2022 και είναι υπόχρεοι επικουρικής ασφάλισης. Πρόκειται για τους μισθωτούς του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, τους δικηγόρους και τους μηχανικούς.

Προαιρετικά, αν δηλαδή το επιθυμούν, μπορούν να ενταχθούν σε αυτό ασφαλισμένοι κάτω των 35 ετών οι οποίοι είτε δεν έχουν υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση (π.χ. ένας λογιστής), είτε είναι ήδη ασφαλισμένοι στο υφιστάμενο σύστημα. Το ύψος των εισφορών για το νέο επικουρικό σύστημα παραμένει ως έχει. Δηλαδή 6,5% μέχρι τα μέσα του 2022 και 6% από εκεί και πέρα.

Από τις μελέτες και τις προβολές που έχον γίνει προκύπτει ότι το νέο σύστημα μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικά υψηλότερες επικουρικές συντάξεις σε σχέση με το υφιστάμενο.

Πιο συγκεκριμένα ,σύμφωνα με τα παραδείγματα του υπουργείου εργασίας ενώ αυτή τη στιγμή το ύψος της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης για μέσο μισθό 1.400 ευρώ και 40 έτη ασφάλισης ανέρχεται σε 235 ευρώ, με το νέο σύστημα η επικουρική σύνταξη μπορεί να φτάσει στα 326 ευρώ με βάση την επαγγελματική διαχείριση των κεφαλαίων του ΕΦΚΑ και στα 479 ευρώ με βάση τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ που έχουν τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα με τις υψηλότερες αποδόσεις.

Σε ένα άλλο παράδειγμα, η μηνιαία επικουρική σύνταξη εργαζόμενου που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό (650 ευρώ) και διαθέτει 40 χρόνια ασφάλισης διαμορφώνεται με το υφιστάμενο σύστημα στα 153 ευρώ. Με το νέο κεφαλαιοποητικό σύστημα η σύνταξη μπορεί να ανέλθει στα 219 ευρώ, να αυξηθεί δηλαδή κατά 43%, με αποδόσεις ίσες με τον μέσο όρο των κεφαλαιοποιητικών.

Το βασικότερο «αγκάθι» της μεταρρύθμισης είναι το λεγόμενο κόστος μετάβασης. Η αλλαγή από το αναδιανεμητικό σύστημα στο κεφαλαιοποιητικό που απαιτεί ένα βάθος δεκάδων ετών, θα δημιουργεί σταδιακά ολοένα και μεγαλύτερο χρηματοδοτικό κενό στο σύστημα, καθώς θα λείπουν οι εισφορές των νεοεισερχόμενων εργαζομένων, οι οποίες θα πηγαίνουν στον κουμπαρά.

Στην πρόσφατη μελέτη που εκπόνησαν ο ομότιμος καθηγητής του Παντείου Σάββας Ρομπόλης και ο δρ. Βασίλης Μπέτσης σημειώνουν ότι το κόστος μετάβασης σε ταμειακή βάση, θα διαμορφωθεί κατά τα πρώτα έτη στο επίπεδο των 200.000 ευρώ και μέχρι το 2030 θα προσεγγίσει το 1 δις ευρώ τον χρόνο . Προς το τέλος της περιόδου της μετάβασης θα διαμορφωθεί στο επίπεδο των 2,5 δις ευρώ ετησίως για όσο χρονικό διάστημα θα παραμείνουν συνταξιούχοι οι εργαζόμενοι της σημερινής γενιάς (οι σημερινοί 30 ετών, 40 ετών και 50 ετών).

Το κόστος ,σύμφωνα με τους ερευνητές θα ανέλθει σε 57 δισ ενώ αν συνυπολογιστεί και η επιβάρυνση των εγγυήσεων που δίνει το κράτος , το κόστος μπορεί να φτάσει τα 75 δις.

« Κανένα ευρωπαικό κράτος δεν επέλεξε την μετάβαση από το ένα σύστημα στο άλλο. Ξεκίνησαν από μηδενική βάση ακριβώς γιατί φοβήθηκαν το κόστος μετάβασης- επισημαίνει ο κ. Ρομπόλης- Σε πρόσφατη μελέτη μας αναφερθήκαμε σε 30 χώρες που στη διάρκεια 30 ετών επέστρεψαν στο παλαιότερο σύστημα βλέποντας ότι δε μπορούν να αντιμετωπίσουν το κόστος μετάβασης. Στην περίπτωση της Ελλάδας το κόστος μετάβασης εκτιμούμε ότι θα αυξήσει το δημόσιο χρέος και θα επιδεινώσει την δανειοληπτική ικανότητα της χώρας, με κίνδυνο να οδηγήσει την ελληνική οικονομία και κοινωνία στην επανάληψη των συνεπειών των Μνημονιακών πολιτικών.»