Τα ατρόμητα «μπαμπίνι» της Πάτρας, οι καραμέλες, τα τσιγάρα και οι Ελληνες σωτήρες των Ιταλών

Στα μέσα Μαΐου του 1941 οι Ιταλοί μπήκαν στην Πάτρα και έμειναν μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1943, που παραδόθηκαν στους… «συμμάχους» τους, τους Γερμανούς και τότε άρχισε και το δικό μας μαρτύριο…

Τα ατρόμητα «μπαμπίνι» της Πάτρας, οι καραμέλες, τα τσιγάρα και οι Ελληνες σωτήρες των Ιταλών

Κύριε διευθυντά
Στα μέσα Μαΐου του 1941 οι Ιταλοί μπήκαν στην Πάτρα και έμειναν μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1943, που παραδόθηκαν στους… «συμμάχους» τους, τους Γερμανούς και τότε άρχισε και το δικό μας μαρτύριο… Ημουν τότε ένας πενταετής μπόμπιρας και τους θυμάμαι τόσο ζωντανά σαν να ήταν τώρα, να περπατούν καμαρωτά στην κεντρική οδό Κορίνθου, έχοντας πολλοί κρεμασμένα στους ώμους τους, εκτός από τις στρατιωτικές τους εξαρτύσεις και τα μουσικά τους όργανα, κυρίως έγχορδα και πνευστά και κάποιο ακορντεόν. «Δεν σας είπα εγώ ότι αυτοί δεν ήλθαν εδώ για πόλεμο αλλά για γλέντι;» μουρμούρισε ο αείμνηστος πατέρας μου, που είχε πολεμήσει και στην Αλβανία, καθώς κοίταζε κλεφτά μέσα από τα κλειστά παντζούρια. Οι Ιταλοί μοιράστηκαν σε διάφορα πόστα, ανέλαβαν τη φρούρηση και τη διοίκηση της πόλης και κάθε βράδυ έκαναν και κάποιο τρικούβερτο γλέντι!

Επειτα από λίγες μέρες εμείς οι μικροί, πέντε έξι περίπου συνομήλικοι, ξεθαρρέψαμε αρκετά και πηγαίναμε κάθε πρωί μέχρι το posto di bloco, όπου φύλαγαν σκοπιά κάτι παιδαρέλια δεκαοκτώ είκοσι ετών, σφιγμένα στη στολή τους, κάπνιζαν συνέχεια και σιγοτραγουδούσαν. Τώρα πιστεύω ακράδαντα ότι θα ήταν από αυτούς που η προπαγάνδα τους είχε πείσει ότι στην Ελλάδα θα έκαναν διακοπές και όχι πόλεμο, με αποτέλεσμα όταν έπεσαν οι πρώτες τουφεκιές στην Αλβανία, να τρέξουν μερικοί έντρομοι στον αξιωματικό τους φωνάζοντας: «Βρε καπετάνιο, οι Ελληνες μας ρίχνουν»! (I Greci sparano)…
«Buongiorno signori», τους λέγαμε, όπως μας είχαν δασκαλέψει οι μεγαλύτεροι, και έτσι αρχίσαμε να μαθαίνουμε και την πρώτη μας ξένη γλώσσα… «Buongiorno bambini», μας απαντούσαν και αυτοί γελαστοί και χαρούμενοι, μας χάιδευαν το κουρεμένο μας κεφάλι (για να μην πιάνει ψείρες) και μας έδιναν καραμέλες, σοκολάτες, κανένα τσιγάρο για τον πατέρα μας και καμιά ολόκληρη paniota (κουραμάνα) ή κονσέρβα για το σπίτι. Ο,τι είχαν τέλος πάντων. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις ωραίες εκείνες στιγμές, που μέσα στον ζόφο της εποχής, μας γλύκαιναν τα βάσανά μας και απάλυναν τον πόνο μας, σαν να ήθελαν να ζητήσουν συγγνώμη για την ταλαιπωρία που μας έβαλαν. Μια φορά μάλιστα έκαναν και έναν έρανο για τα Ελληνόπουλα που πεινούσαν: «per i piccoli bambini per la carita»! Πολλά παιδάκια σώθηκαν και επέζησαν από αυτά.

Αργότερα, όταν ήλθαν τα πιο δύσκολα και πλάκωσαν οι σιδερένιες μεραρχίες, οι δικοί μας έκρυβαν πολλούς στα υπόγεια και στις ταράτσες για να μην τους βρουν οι Γερμανοί και τους πετσοκόψουν, και τους φυγάδευαν όταν και όπου μπορούσαν. Αργότερα έμαθα ότι αρκετοί από εκείνους τους Ιταλούς «κατακτητές», ογδοντάρηδες και πάνω πια, με φαλάκρες και λίγα άσπρα μαλλιά, έρχονταν στην Πάτρα για να συναντήσουν πολλούς Ελληνες που τους έσωσαν, να θυμηθούν τα παλιά και ίσως να κλάψουν και λίγο μαζί…
Οι Ιταλοί τραγουδούσαν τότε ένα τραγουδάκι που άρχιζε: «Mamma son tanto felice, perche ritorno da te» (μανούλα είμαι τόσο ευτυχισμένος, γιατί ξαναγυρίζω σε σένα). Το τραγούδι αυτό το τραγουδούν ακόμα και σήμερα οι μεγαλύτεροι τενόροι όλου του κόσμου.